Aσ’ το και δεν πάει. Δεν πάει άλλο τελευταία κι εσύ πάντα κάπως παραφέρεσαι. Ν’ αλλάξει. Κάτι πρέπει ν’ αλλάξει. Εσύ είσαι, το ξέρεις. Αλλά και πάλι, δεν μπορείς να το βρεις το λάθος. Το πήρες απόφαση, θα το κάνεις. Και τώρα και μισό εκατομμύριο φορές πιο πριν. Τίποτα δεν έκανες.

Τι σου λείπει; Όχι, πες μου, τι σου λείπει; Δε σε πιστεύεις, αυτό είναι. Προσπαθείς μία κι ύστερα τα στέλνεις όλα στο διάολο. Άσε, λες. «Εγώ δεν μπορώ». Αν σ’ ενοχλείς, μπορείς. Και ναι, το θες, αλλά για πόσο; Πόσο σου κρατάει το πείσμα σου;

Η αλλαγή προϋποθέτει θέληση. Κι αν δεν το θες εσύ, που να χτυπιούνται, δε θ’ αλλάξεις. Τα μαγικά φίλτρα που εμπιστεύτηκες, παράτα τα. Φόλα σε ταΐζουν. Πες είμαι αυτός. Υστερώ στο τάδε και το χρειάζομαι και πρέπει να το αλλάξω.

Η αλλαγή προϋποθέτει θέληση κι εννοεί τα κότσια. Δηλαδή, ας πούμε, να· τα κοίταξες τα μούτρα σου στον καθρέφτη; Σ’ έφτασες να ντρέπεσαι; Αλλά και πάλι, όχι. Δε χρειάζεται να φτάσεις ως εκεί.

Λίγο-πολύ όλοι τη σιχαθήκαμε την πάρτη μας, μη μασάς. Άλλοι την πετάξαμε, άλλοι την κρατήσαμε και σιχαινόμαστε πού και πού ακόμα. Εντάξει, δεν το λες και κομματάκι εύκολο. Κι αν κουβαλάς μια ζωή έναν εαυτό, δεν μπορείς να τον πετάξεις.

Όχι, μην τον πετάξεις. Κράτα τον, παρ’ τον απ’ το χέρι και περπάτα τον. Ξεκίνα μπουσουλώντας. Μάθε του να συλλαβίζει. Λέξεις εύκολες. Τα πολύπλοκα ασ’ τα για μετά. Μην και πάρεις το χέρι σου, χάθηκε.

Άσε τον να προσδιοριστεί. Όσο μπορεί. Μην τον κρίνεις. Άμα σκοντάψει, σήκωσέ τον· νέος είναι, το ‘χει ανάγκη. Μην του χαϊδέψεις τ’ αυτιά. Δεν είναι αυτό που του χρειάζεται. Μίλα του. Σιγά, για να καταλαβαίνει. Πες του ό,τι ξέρεις. Τι ξέρεις; Να είσαι αντικειμενικός.

Εγώ, ας πούμε, να λες, τα έκανα λιγουλάκι θάλασσα. Θα το δεις, πως θα το πεις και θα γελάσει. Μετά θα γελάσεις κι εσύ. Γιατί θα σε θεωρήσεις -πιθανόν- γελοίο, έτσι που τη διαχειρίζεσαι την πάρτη σου, αλλά λίγη γελοιότητα την κατέχουμε όλοι μας.

Και ναι, θα σε πιάσει το παράπονο και θα σε πιάσει η κούραση. Γιατί δεν το σηκώνει πια ο εαυτούλης σου να περάσεις δις τα ίδια. Μπουσούλησες μία, θα μου πεις, φτάνει. Συλλάβισες άλλη μία, επίσης φτάνει.

Επαναπροσδιορίζεται ο άνθρωπος, σταματημό δεν έχει. Με τον επαναπροσδιορισμό, βέβαια, χτίζει κι εγωισμό μην του κουνήσει κανείς το τείχος και να το πρόβλημα. Το βλέπεις; Εσύ μην είσαι σαν τους άλλους. Σου λέει ένας, τάχα μου, και γελάει ο μισός πλανήτης.

Πριν από κάθε επαναπροσδιορισμό, επίσης, έρχεται κι η άρνηση. Πως «Όχι, εγώ δε θ’ αλλάξω. Ν’ αλλάξετε εσείς». Αλλά ο καθένας την καμπούρα του, φίλε μου, κι εσύ τη δικιά σου. Ζόρικα γενικά τα πράγματα. Ο μισός θα λες πως μπορείς, ο άλλος μισός πως «Μαλάκα μου, εσύ είσαι για την πάρτη σου και δεν είσαι για κανέναν» κι άκρη ποτέ δε βγάζεις.

Μπορείς, το ξέρεις. Και θα το κάνεις αν το θέλεις κι αυτό το ξέρεις. Είναι, μωρέ, που να· τον γεμίζουμε τον εαυτούλη μας με μπόλικη σαχλαμάρα και σαβούρα κι ύστερα μας πέφτει, όσο να το κάνεις, κάπως βαρύς.

Παράτα τη, φίλε μου. Σβήσε το τσιγάρο, άνοιξε την πόρτα και προχώρα.

 

Συντάκτης: Αναστασία Θεοφανίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη