Από μικρά παιδιά μάς έλεγαν πως το πρωινό είναι το πιο σημαντικό γεύμα της ημέρας. Μας δίνει ενέργεια, μας κρατάει χορτάτους μέχρι να έρθει η ώρα του δεκατιανού μας ή του μεσημεριανού μας, αλλά το καλύτερο είναι πως ο οργανισμός μας δεν κρατάει τις θερμίδες γιατί είμαστε σε κίνηση όλη μέρα. Το πιο διάσημο πρωινό που αποτελεί κλασική αξία είναι τα κορν φλειξ. Η πιο γνωστή εταιρία δημητριακών είναι η Kellogg’s. Τι σχέση έχουν τώρα όλ’ αυτά με το μίσος δυο αδερφών;

Όλα ξεκίνησαν την εποχή που γεννήθηκαν οι John Harvey και Will Keith Kellogg- δύο αδέρφια με τεράστια αντιπαλότητα που ποτέ δεν τα πήγαν καλά. Από μικροί μάλωναν ακόμη και για τα πιο ασήμαντα πράγματα, ενώ πολλές ήταν οι φορές που ακόμη και στα παιχνίδια πιανόντουσαν στα χέρια, με τη μητέρα τους να εκτελεί χρέη τροχονόμου για να μπορέσει να τους χωρίσει. Ο μεγάλος αδερφός ήταν ο John κι ο μικρότερος κατά οχτώ χρόνια, Will γεννηθείς το 1353 και 1860 αντίστοιχα. Η αλήθεια είναι πως οι γονείς τους είχαν μεγάλη αδυναμία στον μεγαλύτερο γιο, τον οποίο θεωρούσαν αρκετά έξυπνο και με προοπτικές για επαγγελματική επιτυχία, σε αντίθεση με τον μικρότερο που θεωρούσαν ότι δεν του κόβει τόσο πολύ κι ίσως, αν είναι τυχερός και με τη βοήθεια του μεγαλύτερου, κάτι θα κάνει στη ζωή του. Σαφώς οι εύνοια αυτή των γονέων έναντι στο ένα παιδί δε βοηθούσε ιδιαίτερα τις ήδη κακές σχέσεις τους.

Μετά από χρόνια ήρθε η στιγμή όπου ο John έφυγε από την πόλη του για να σπουδάσει ιατρική. Όταν γύρισε, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν άργησε καθόλου να βρει δουλειά κι έτσι, μέσα σε πάρα πολύ μικρό χρονικό διάστημα άνοιξε και τη δική του κλινική. Η κλινική αυτή απευθυνόταν σε πλούσιους κι αποτελούνταν από ένα ευρωπαϊκό σπα, ένα νοσοκομείο κι ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Φυσικά ο John, ως μέλος της εκκλησίας Αντβεντιστών της έβδομης ημέρας, βοηθούσε και κόσμο ο οποίος δεν μπορούσε ν’ ανταπεξέλθει οικονομικά. Επίσης, σε συνάρτηση με την ιατρική, έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην διατροφή λόγω του ότι προσφέρει πολλά θετικά στην υγεία, ενώ ασπαζόταν και τη χορτοφαγία. Από το νοσοκομείο του John πέρασαν μεγάλες προσωπικότητες της εποχής όπως ο Thomas Edison- όχι απαραίτητα για νοσηλεία αλλά για τη βελτίωση του πεπτικού τους συστήματος. Στα τριάντα του χρόνια ο John αποφάσισε να προσλάβει τον εικοσιδιάχρονο αδερφό του Will στην κλινική, μετά από απαίτηση των γονιών του, του με σκοπό ν’ αναλάβει το marketing και τη διαφήμιση, πράγμα που δεν τον άφησε ποτέ να κάνει. Τότε ήταν που χάλασε ακόμα περισσότερο η σχέση ανάμεσα στα δύο αδέρφια.

Κι αυτό γιατί ο Will, όταν ξεκίνησε να εργάζεται στην κλινική, ήταν το παιδί για τα θελήματα, ενώ δεν ήθελε να πραγματοποιήσει καμία ιδέα του John. Ο μεγάλος αδερφός στην κλινική κυκλοφορούσε με ποδήλατο λόγω του ότι ήταν τεράστια κι από δίπλα του ο μικρότερος έτρεχε μ’ ένα μπλοκάκι για να σημειώνει ό,τι του έλεγε ο αδερφός του. Ο Will δεν είχε κανένα δικαίωμα να υλοποιήσει δικές του ιδέες, παρά μόνο του αδερφού του. Φυσικά δεν είχε δικό του γραφείο κι η δουλειά του ήταν ν’ ακολουθεί τον αδερφό του ακόμη και στην τουαλέτα, χωρίς να μιλάει. Έτσι, όσο περνούσε ο καιρός το μίσος ολοένα και φούντωνε. Παρ’ όλα αυτά ο Will δε μιλούσε.

Παράλληλα η κλινική πειραματιζόταν πάνω σε νέες τεχνικές όσον αφορά το φαγητό των ασθενών αλλά πάντα στα πρότυπα της χορτοφαγίας. Άρχισαν λοιπόν να πειραματίζονται με διάφορα δημητριακά όπως ρύζι, βρώμη, κριθάρι και καλαμπόκι για την παρασκευή τροφίμων, υλικά που θεωρούνταν αρκετά υποβιβασμένα σε σχέση με το αλεύρι. Ο John, έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά τα χρησιμοποιούσε στο πλαίσιο μια αυστηρής δίαιτας για τους ασθενείς του. Και κάπου εδώ ήρθε το λάθος που οδήγησε στη μεγάλη εφεύρεση.

Μια μέρα λοιπόν τ’ αδέρφια άφησαν ένα μαγειρεμένο σιτάρι μέσα στην κατσαρόλα και πήγαν να κάνουν κάτι δουλειές της κλινικής. Όταν γύρισαν πίσω στην κουζίνα, διαπίστωσαν πως το σιτάρι μπαγιάτεψε. Λόγω του περιορισμένου προϋπολογισμού που είχαν, αποφάσισαν να το ανοίξουν με πλάστη και να το ψήσουν. Ωστόσο, η ανατομία του δημητριακού δε βοηθούσε, αλλά αντίθετα δημιουργήθηκαν νιφάδες στην προσπάθειά τους να το πλάσουν. Άρχισαν λοιπόν να το προσφέρουν στους ασθενείς με μικρότερο μπάτζετ ως πιο οικονομική επιλογή, οι οποίοι ξετρελάθηκαν με το αποτέλεσμα. Μέχρι που άρχισαν να έρχονται άνθρωποι, όχι για να νοσηλευτούν, αλλά για να δοκιμάσουν αυτές τις διάσημες νιφάδες.

Ο Will πίστευε πως αυτό το προϊόν πρέπει να βγει στην αγορά γιατί θα έχει τρελή απήχηση από το κοινό. Φυσικά ο John είχε αντίθετη άποψη. Με τα πολλά και τα λίγα, ο μικρός έπεισε τον μεγάλο βάζοντας ως ενέχυρο τον μισθό του από την κλινική σε περίπτωση αποτυχίας. Μια μέρα πριν το λανσάρισμά του όμως, ο Will έδωσε εντολή να προστεθεί ζάχαρη στις νιφάδες για να γίνουν πιο νόστιμες. Όταν το έμαθε ο John βγήκε από τα ρούχα του, κάλεσε τον Will στο γραφείο του κι έγινε πόλεμος.

Έτσι, ο Will αποφάσισε να χωρίσει τα τσανάκια του και να ιδρύσει την Battle Creek Toasted Cornflake Company. Έριξε πολλά εκατομμύρια δολάρια για να τη διαφημίσει, χρήματα που κατάφερε να πείσει χορηγούς να δώσουν με την υπόσχεση πως το προϊόν αυτό έχει μέλλον. Το σλόγκαν της εκστρατείας του ήταν: «ακόμη και ο μπαμπάς μπορεί τώρα να φτιάξει πρωινό». Φυσικά ο John έγινε έξω φρενών όταν είδε το όνομα Kellogg’ s στο κουτί των νιφάδων, αφού θεώρησε πως συνδέεται το όνομά του άνευ της έγκρισής του. Αργότερα, εξοργίστηκε που ο μικρός αδελφός του έβγαζε εκατομμύρια, αντ’ αυτού. Τότε έκανε μήνυση στον Will κι ίδρυσε τη δική του εταιρία με όνομα The Kellog Toasted Corn Flake Company.

Πιστεύω καταλαβαίνετε τι ακολούθησε. Οι μηνύσεις πήγαιναν κι ερχόντουσαν για χρόνια. Μετά από 9 χρόνια δικαστικών διαμαχών, ένα δικαστήριο δικαίωσε τον Will και έδωσε όλα τα χρήματα που είχε βγάλει ο αδερφός του από τα δημητριακά. Φυσικά όμως, δεν το χάρηκε γιατί τόσα χρόνια κόντρας τον έκαναν σκληρό άνθρωπο με αποτέλεσμα να μην του μιλάνε ούτε τα παιδιά του.

Τα δύο αδέρφια δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Το 1943 ο John πέθανε σε ηλικία 91 χρονών. Λίγο πριν πεθάνει έγραψε ένα γράμμα στον αδερφό του ζητώντας του συγχώρεση. Το γράμμα αυτό έφτασε στα χέρια του Will 5 χρόνια αργότερα εξαιτίας της γραμματέας του John. Όταν ο Will πήρε το γράμμα στα χέρια του ήταν πολύ αργά γιατί είχε χάσει την όρασή του. Έτσι, ζήτησε να του το διαβάσει η γραμματέας του. Η ίδια δήλωσε πως πρώτη φορά είδε τον Will να κλαίει τόσο πολύ. Ο Will πέθανε κι αυτός σε ηλικία 91 χρονών το 1951.

Καμιά φορά, πίσω από μεγάλα πράγματα υπάρχουν πολύ πικρές ιστορίες. Τα γνωστά σε όλους μας Kelloggs, που μας κρατάνε συντροφιά σε κάθε πρωινό μας, έχουν τη δική τους. Και δυο αδέρφια που αγαπήθηκαν μέσα από το μίσος τους.

 

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Θεοδώρα Αντωνιάδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου