Ήμουν δεν ήμουν δώδεκα, όταν η μάνα μου έφευγε τα μεσημέρια για τη δουλειά και εγώ έτρεχα στο υπνοδωμάτιο της, άνοιγα το πρώτο συρτάρι και παστωνόμουν με ό,τι λογής καλλυντικό έβρισκα μπροστά μου.

Γυρνούσε εκείνη αργά το απόγευμα και έβρισκε στάμπες μου παντού.
Στα σεντόνια, στις κουρτίνες, στους τοίχους.
Τσίριζε, αλλά ποιος την άκουγε;

Λίγο αργότερα, άρχισε να τα κρύβει στα ψηλότερα ράφια της ντουλάπας.
Σκαρφάλωνα εγώ σε σκάλες, τα κατέβαζα και ξεκινούσα ξανά το απογευματινό μου σόου μπροστά σε καθρέφτες.
Αν είχα κέφια, νιαούριζα κιόλας.
Μεγάλη πλύση εγκεφάλου στην σφουγγαρένια παιδική συνείδηση μου, τα πρωινά που επικαλούμουν ασθένεια και τα περνούσα με Μενεγάκη στην οθόνη.

Έτσι φανταζόμουν τη γυναίκα τότε.
Φινετσάτη, ναζιάρα, ανεβασμένη σε δεκάποντα, μονίμως υψήφωνη και ατημέλητα σαγηνευτική.

Αντίστοιχα φανταζόμουν τον άντρα λιγομίλητο, αυστηρό, μυστήριο στα όρια του μονόχνωτου.

Και αν υποθέσουμε πως οι παιδικές μας επιρροές, είναι η πηγή πολλών μπελάδων του μέλλοντος, η συγκεκριμένη προεφηβική μου αντίληψη, ήταν με βεβαιότητα μία από αυτές.

Αυτό το μυστήριο αρσενικό φρούτο που λέτε, έκανα πολλά χρόνια να το χορτάσω.

Με ένα διαολεμένο τρόπο, με τραβούσε κοντά του, ακόμη και αν βρισκόμουν σε ακτίνα πολλών μέτρων.
Το ανεστίαστο βλέμμα, η εκπνοή του τσιγάρου από τη μύτη, τα χείλη που θα ψελλίσουν τ’απολύτως απαραίτητα για να μην φανούν αγενή.
Στη συνέχεια, τα διστακτικά μπράτσα που θ’αγκαλιάσουν αμήχανα, οι παλάμες που δε θα πιαστούν στο δρόμο.
Όλα όσα στοιχειοθετούσαν στο μυαλό μου, την εικόνα του άντρα του πολλά βαρύ.

Πλήρωνα προφανώς την εμμονή της γιαγιάς μου με τον Αντρέα Μπάρκουλη, αλλά και αυτό το ανακάλυψα με εγκληματική χρονοκαθυστέρηση.

Εν αντιθέσει μ’εκείνους, εγώ σαν χείμαρρος κανονικός παρασυρόμουν σε κάθε έκρηξη ενθουσιασμού μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους.
Τις περισσότερες φορές, κέρδιζα το στοίχημα.
Στο τρενάκι του Λούνα Παρκ, είχα και εκείνους παρέα μου.

Μπούχτιζα τότε από περηφάνια και όταν ξαναβρισκόμουν στον καθρέφτη μου, όπου το είδωλο απέναντι παρέμενε προεφηβικό, έβγαζα τα φτερά μου και φούσκωνα σαν παγόνι, βασιλικό.

Τους άντρες που δεν ήταν σκληρόπικρα φρούτα, τους απέρριπτα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Είπαμε, η τρυφερή, η εκδηλωτική, η εξωστρεφής και η παρορμητική, ήμουν εγώ.
Το ρόλο μου, δε δεχόμουν να τον μοιραστώ με κανέναν. Ούτε καν μ’εκείνον.
Κάπως έτσι οι μήνες περνούσαν και το κοριτσάκι στον καθρέφτη εξακολουθούσε να με κοιτάει πασαλειμμένο με μάσκαρα στα χείλη.

Το κοριτσάκι που τρεφόταν από τη ματαιοδοξία, να γίνει εκείνο η αφορμή της αλλαγής των άλλων.
Να τους παρασύρει στο ρυθμό της και όχι να χορέψει στον κοινό.
Το κοριτσάκι που μιλούσε πολύ και άκουγε ελάχιστα.
Που τελικά διάλεγε τους μυστήριους, απλώς για να ‘χει άπλετο χώρο και χρόνο να κάνει τη φιγούρα της.

Αυτό το κοριτσάκι το σκότωσα πριν δύο χρόνια και δεν το ‘κλαψα καθόλου.
Μαζί της σκότωσα την εμμονή της γιαγιάς με τον Μπάρκουλη, τα πρωινά με Μενεγάκη, τα καλλυντικά της μαμάς στο επάνω ράφι της ντουλάπας.
Έσπασα και τους παλιούς καθρέφτες, μην ξενίσουν στην αλλαγή.

Τα γλυκά φρούτα, έγιναν η κύρια αδυναμία μου.
Οι άνθρωποι που ακούν, πρότυπό μου.
Τα εστιασμένα βλέμματα, οι παλάμες στο δρόμο, τα αμέτρητα χάδια, ανατριχίλα μου.
Τα μπράτσα που ξέρουν να σε κρύβουν σε ζεστές φωλιές, η πιο ευτυχισμένη στιγμή της μέρας μου.

Απ’τα παλιά, κρατάω μόνο το τρενάκι του Λούνα Παρκ.
Και ας οδηγάει εκείνος.

Συντάκτης: Κατερίνα Κεχαγιά