«Θα τα πούμε απόψε κατά τις 9;»

«Ναι, θα έρθω να σε πάρω.»

Πρώτη περίπτωση που τα μηνύματα είναι λειτουργικά.

 

«Τι μου είπες να σου φέρω; Στείλε μου μήνυμα γιατί ξεχνάω.»

«Τα αγαπημένα μου μπισκότα.»

Δεύτερη σωστή χρήση.

 

«Είμαι στη δουλειά, με το που μπορέσω θα σε πάρω.»

«Οκ. Φιλιά.»

Τρίτη λειτουργία τους.

 

Πάμε να δούμε όμως τι αποτελούν οι παραπάνω περιπτώσεις. Απλά παραδείγματα χρήσης των κινητών τηλεφώνων και συγκεκριμένα των μηνυμάτων. Και τι κοινό έχουν μεταξύ τους; Λειτουργούν αποκλειστικά ως μέσο ενημέρωσης κι ανταλλαγής πληροφοριών. Είναι λακωνικά, περιεκτικά, ξεκούραστα και κατανοητά, όπως δηλαδή πρέπει να είναι ένα μήνυμα.

Δεν είναι πολλά χρόνια πίσω, ούτε δύο δεκαετίες που τα κινητά τηλέφωνα έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση. Τότε ήταν πανάκριβα, τεράστια, βαριά και είχαν μια κεραία που σου έβγαζε το μάτι. Ζητοκραύγαζε η κοινωνία πως λυτρώθηκε. Η υπόσχεση ήταν πως η επικοινωνία θα ήταν πιο πιο εύκολη και άμεση. Αυτό θα το επέτρεπε φυσικά η εξέλιξη της τεχνολογίας! Με ένα τηλέφωνο ή ένα μήνυμα από εκεί και πέρα θα μπορούσες να συνεννοηθείς, να ενημερώσεις για ένα απρόοπτο ή να ενημερωθείς αντίστοιχα κι εσύ.

Να ευχαριστήσουμε λοιπόν την τεχνολογία για την υπόσχεση που κράτησε, της το αναγνωρίζουμε, δεν είμαστε άλλωστε εμείς τεχνοφοβικοί, όμως οφείλουμε ταυτόχρονα να την απομυθοποιήσουμε και να την επανατοποθετήσουμε στη θέση που δικαιωματικά της ανήκει.

Η τεχνολογία και ειδικότερα τα κινητά τηλέφωνα δημιουργήθηκαν για να μας βοηθούν, όχι για να μας δυσκολεύουν. Και μας δυσκολεύουν τελικά γιατί από την υπερβολική απλοποίηση που μας προσφέρουν και την άπλετη ευκολία μας έχουν καταστήσει -ή καλύτερα καταντήσει- τελείως παθητικούς. Επικοινωνούμε μέσω μιας οθόνης, ερωτευόμαστε μια φωτογραφία, ζητάμε συγγνώμη μέσω ενός μηνύματος. Η εικόνα αντικατέστησε το πρόσωπο κι εμείς αναρωτιόμαστε ακόμα γιατί έμεινε το μήνυμά μας στο διαβάστηκε.

Μα αν το καλοσκεφτούμε είναι απλό. Η σιωπή αυτή είναι ανάλογη της προσπάθειας που κάνουμε. Μας παίρνει χ λεπτά να σκεφτούμε και να συντάξουμε ένα μήνυμα και στον άλλον άνθρωπο άλλο τόσο για να το δει και να το επεξεργαστεί. Μπορεί και παραπάνω, σε περίπτωση που το μήνυμα είναι κεφάλαιο βιβλίου και χρειάζεται αποκωδικοποίηση των νοημάτων. Το συμπέρασμα; Σε ανούσια μηνύματα καλό είναι όποιος έχει ωριμότητα να απαντά τοιουτοτρόπως, δηλαδή να μην απαντά. Κι ο χαρακτηρισμός αυτός ας μου επιτραπεί, διότι το μήνυμα δεν είναι ικανό να κάνει καμία δήλωση συναισθημάτων, κανένα ξεκαθάρισμα και δεν αποτελεί πράξη. Είναι απλά λόγια σε γραπτή μορφή. Παραμένουν όμως απλά και μόνο λόγια. Γιατί λοιπόν εξακολουθούμε να έχουμε την απαίτηση κι οι άλλοι άνθρωποι να δέχονται και να συνεχίζουν μια μορφή επικοινωνίας απρόσωπη που δημιουργεί συχνά παρεξηγήσεις και δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση και ποτέ την παρουσία και το διάλογο;

Μα δεν είναι μόνο αυτό. Το παράδοξο του πράγματος δυστυχώς συνεχίζεται αφού οι άνθρωποι έχουμε γίνει υπόδουλοι των συσκευών αυτών. Αν δεν έχουμε μπαταρία, αν δεν έχουμε ίντερνετ, αν δεν αναρτήσουμε πού είμαστε και τι κάνουμε, αγχωνόμαστε, θυμώνουμε και δεν είμαστε ευτυχισμένοι. Κι όταν βγαίνουμε ραντεβού πάλι χτυπάει το κινητό μας εκατό φορές. Μια το messenger, μια το viber. Έρχεται ειδοποίηση ότι ένας φίλος μας κάνει live μετάδοση στο Instagram να μην μπούμε να τη δούμε; Αχ, να και το Facebook. Μας σχολίασαν μια φωτογραφία. Γελάμε κιόλας. Συγγνώμη λέμε, εντελώς τυπικά και στην ουσία, αδιάφορα.

«Ένα λεπτό ακόμα να μας κάνω check in και μετά θα επανέλθω, συνεχίζουμε.» Κι αν απαντήσει ο άλλος πως για να επιστρέψεις κάπου χρειάζεται πρώτα να βρίσκεσαι εκεί θα τον κοιτάξουμε με βλέμμα αγελάδας, χωρίς δηλαδή να καταλάβουμε τίποτα και θα παρεξηγηθούμε κιόλας διότι μας ειρωνεύτηκε ο αγενέστατος.

Μα δίκιο θα έχει. Όμως πού να το βρει; Εμείς θα γυρίσουμε σπίτι και θα πούμε ότι αυτό το άτομο είναι ξενέρωτο και δε βρίσκει διασκεδαστικά τα όσα μας κάνουν εμάς να γελάμε. Αυθαίρετο καθαρά βέβαια το συμπέρασμά μας, μιας και δεν ασχοληθήκαμε καθόλου μαζί του για να τον γνωρίσουμε. Κι εκείνος σίγουρα και 1000% θα μας θεωρήσει βαρετούς. Κι εδώ δίκιο θα έχει. Καθώς όλη την ώρα μας παρατηρούσε και το μόνο που κάναμε είναι να χαζό γελάμε σε μια οθόνη και να λέμε συγγνώμη, τι λέγαμε; Ενώ τίποτα δε λέγαμε. Αυτό κι αν είναι αστείο.

Να σταματήσει όμως πριν γίνει γελοίο. Τώρα που πιθανόν έχουμε όλοι καταλάβει πόσο ανώριμα έχουμε φερθεί- έστω και μια φορά- σε έναν άνθρωπο είτε είναι φίλος, είτε ο σύντροφός μας είτε ακόμα και μέλος της οικογένειάς μας, βάζοντας το κινητό μας πάνω από εκείνον και σπαταλώντας τον χρόνο που μας αφιέρωσε.

Είναι πολύ σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως ο χρόνος που μας προσφέρει ένας άνθρωπος είναι ό, τι πιο πολύτιμο έχει. Όμως συχνά το καταλαβαίνουμε όταν δεν έχει πια χρόνο, για ‘μας, όταν αλλάζει προτεραιότητες όταν δε μας συμπεριλαμβάνει στο πρόγραμμά του. Τότε αναθεωρούμε. Γιατί να συμβαίνει αυτό, αφού ξέρουμε καλά πως μια οθόνη κι η εικονική πραγματικότητα που μας προσφέρει δεν είναι ποτέ τόσο ικανοποιητική όσο η παρουσία, ο ήχος της φωνής, η μυρωδιά του κορμιού, η ζεστασιά της αγκαλιάς ενός ανθρώπου; Κι όλα αυτά τα παραμελούμε οι αφελείς. Όλα τα σημαντικά! Ως πότε;

Κλείστε λοιπόν τα κινητά, πάρ’ τε ένα τηλέφωνο, εκφραστείτε απλά, μα εκφραστείτε. Και μην ξεχάσετε να ζητήσετε και μια συγγνώμη, ειλικρινή κι ουσιαστική για αυτή τη συμπεριφορά σας. Από κοντά όμως αυτή τη φορά.  Μόνο από κοντά.  Και μόνο σε όποιον το αξίζει. Σας αφήνω, εμένα μου ήρθε ήδη κάποιος στο μυαλό. Πάω να επανορθώσω.

 

Συντάκτης: Κωνσταντίνα Ραυτοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου