Ποιο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσεις για να κάνεις μια σχέση να αντέξει; Θα δεχτείς τον άλλον όπως είναι ή όχι; Θα τον αλλάξεις ή θα σε αλλάξει; Πρέπει να μπεις εσύ ο ίδιος σε δεύτερη μοίρα για κάποιον που αγαπάς; Τόσα πολλά ερωτήματα κι άλλες τόσες δύσκολες απαντήσεις. Ή μάλλον ακόμα λιγότερες, γιατί πολλά απ’ τα ερωτηματικά αυτά δεν μπορούν καν να απαντηθούν.

Ξεκινάνε σαν απλές ανησυχίες που μέρα με τη μέρα μεγαλώνουν και φτάνουν να γίνονται προβλήματα. Όμως στην πραγματικότητα όλα τους είναι παράγωγα ενός και μόνο προβλήματος ή καλύτερα μια μάχης, που κινείται πάντα αόρατα στα παρασκήνια και κρατάει μόνο μία εμφάνιση για την τελική σκηνή.

Συνήθως τείνουμε να ‘μαστε με ανθρώπους που η προσωπικότητά τους μας προκαλεί θαυμασμό και νιώθουμε ότι μπορεί να συμπληρώσει τα κενά της δικιάς μας. Σαν ένα κομμάτι παζλ που έρχεται να γεμίσει κάτι μισό και να φτιάξει μια ολοκληρωμένη εικόνα. Μας γοητεύουν τα στοιχεία που θα θέλαμε να έχουμε, αλλά δεν μπορέσαμε ποτέ να υιοθετήσουμε, κρυμμένοι  πίσω από διάφορα προσχήματα -με πιο πολυφορεμένο ίσως το ότι δεν ταιριάζουν στον χαρακτήρα μας. Είτε έχουμε δίκιο είτε άδικο, το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο: Αλληλεπιδρούμε στον ίδιο χώρο με μια διαφορετική προσωπικότητα.

Η δύναμη κάθε προσωπικότητας  ουσιαστικά αντλείται απ’ το πόσο καλά ξέρει κάποιος τον εαυτό του και τα ελαττώματά του. Πόσο καλά τα ‘χει αποδεχθεί και πορεύεται μαζί τους. Απ’ τους στόχους, τα όνειρά του κι όλα εκείνα που θεωρεί ότι έχουν αξία γι’ αυτόν. Όσο πιο ξεκάθαρα είναι στο μυαλό του, τόσο πιο σίγουρος μοιάζει για τον εαυτό του. Εκπέμπει μια δυναμική που πηγάζει απ’ την αυτοπεποίθησή του και μοιάζει πάντα πρόθυμος να παρέμβει και να δώσει λύσεις, κάθε φορά που παρουσιάζεται ένα πρόβλημα κατά τη διάρκεια της σχέσης.  Πάντα, όμως, σύμφωνα με τη δική του οπτική και τις δικές του κατευθύνσεις.

Η παρέμβαση έχει καλές προθέσεις, καθώς το κίνητρό του είναι η θέλησή του να βοηθήσει. Όμως η διαίσθηση, η αντίληψη κι η αντιμετώπιση κάθε νέας κατάστασης απαιτεί διαφορετικό χρόνο αντίδρασης για τον καθένα, πάντα ανάλογα με την ισχύ και το είδος της προσωπικότητάς του. Οπότε αν κι αρχικά η κίνηση του πρώτου γίνεται με καλές προθέσεις, αν δεν είναι συγχρονισμένη με τους ρυθμούς του άλλου, τότε επί της ουσίας παραβιάζει τον χρόνο και τον χώρο του και τον κάνει να νιώθει ότι καθοδηγείται σε κάτι που ο ίδιος δε θέλει.

Ακόμα κι αν αυτό φέρει ένα θετικό αποτέλεσμα ή ακόμα κι αν οδηγήσει σε λύση, η προσωπικότητα του άλλου έχει παραβιαστεί. Είναι η πρώτη επιβολή του ενός στον άλλον, που απ’ τη μία μεριά γίνεται αντιληπτή ως μια  πρωτοβουλία που είχε θετικό πρόσημο κι απ’ την άλλη ως μια επιβολή που, ανεξάρτητα απ’ το πόσο θετικά ή αρνητικά ήταν τα αποτελέσματα που έφερε, δεν ήταν στα δικά της μέτρα.

Με την πάροδο του χρόνου, η πιο επιβλητική προσωπικότητα επεμβαίνει όλο και πιο συχνά προσπαθώντας να καθοδηγήσει, να βρει λύσεις και να διευθετήσει τα διάφορα θέματα που προκύπτουν, ενώ απ’ την άλλη μεριά η πιο ανεκτική προσωπικότητα αρχίζει και νιώθει μεγάλη καταπίεση που έχει ως συνέπεια τη δημιουργία εσωτερικών εντάσεων. Η αδυναμία έκφρασης του προβλήματος σε αυτό το σημείο παίζει καθοριστικό ρόλο και συνεπάγεται τη γέννηση πολλών άλλων.

Η μεν παρεμβατική προσωπικότητα αδυνατεί να καταλάβει ότι αρχίζει να ασκεί σταδιακά μεγάλη πίεση και σαν να μη φτάνει αυτό νιώθει ότι προσφέρει σημαντικά στη σχέση, καθώς οι κινήσεις της οδηγούν συνήθως σε λύσεις. Αντιθέτως, στην άλλη πλευρά, έχουμε τη δημιουργία μιας κακής ψυχολογίας, του αισθήματος ότι «κάποιος άλλος επεμβαίνει εκεί που κι εγώ θα μπορούσα να δώσω λύση -στον δικό μου, όμως, χρόνο», την εξωτερίκευση της έντασης και τέλος τη δημιουργία μιας ισχυρότερης αμυντικής στάσης που θα αποτρέψει τυχόν παρεμβάσεις στο μέλλον.

«Η μάχη των προσωπικοτήτων». Οι συγκρούσεις σε μια σχέση τις πιο πολλές φορές είναι ο αντίλαλος αυτής της μάχης. Όταν κάποιος πιστεύει ότι δίνει τη λύση είναι αδύνατο να κατανοήσει ότι μαζί με τη λύση έχει δημιουργήσει ακόμα ένα πρόβλημα. Πολύ απλά γιατί αυτό υποβόσκει στα παρασκήνια. Η αδυναμία πάλι του άλλου να το εκφράσει, τον οδηγεί σε ξεσπάσματα, που λόγω της έντονης ψυχολογικής πίεσης που δέχεται, πολλές φορές ενώ μέσα του μοιάζουν λογικά, προς τα έξω φαίνονται παράλογα, υπερβολικά κι άκαιρα με συνέπεια να μεταφράζονται ως αχαριστία.

Ως εκ τούτου έχουμε τη δημιουργία συγκρούσεων που, λόγω της απουσίας αντίληψης και προσδιορισμού της κατάστασης, μοιάζουν συγχρόνως παράλογες αλλά και λογικές. Κι αυτό πάντα ανάλογα με το από ποια σκοπιά θα τις αντικρίσει κάποιος. Ο μεν θεωρεί ότι αδικείται και πως όσα λέγονται δεν έχουν βάση, ο δε προσπαθεί να αντιδράσει για να ανακόψει τις συστηματικές παραβιάσεις.

Οι μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις προσωπικότητες δύο συντρόφων, συνήθως, δεν οδηγούν σε μεγάλες σχέσεις. Σημαντικό ρόλο παίζει αν τα άτομα έχουν αποδεχθεί εξαρχής την προσωπικότητα του άλλου ή αν έχουν μπει σε μια διαδικασία να προκαλέσουν οι ίδιοι κάποια αλλαγή. Μια προσπάθεια καταδικασμένη να αποτύχει, για τον πολύ απλό λόγο ότι αν κάποιος ήθελε να αλλάξει, δε θα περίμενε κάποιον άλλον για να το κάνει, αλλά θα το επιχειρούσε μόνος του.

Όταν αυτό γίνει πλήρως αντιληπτό, τότε έρχεται η ώρα που η μάχη τελειώνει.  Το μέχρι τώρα αόρατο γίνεται ορατό, βγαίνει απ’ τα παρασκήνια, κάνει υπόκλιση μπροστά στο φτωχό κοινό των δυο ατόμων και ρίχνει την αυλαία.

 

Συντάκτης: Κώστας Ντίνος
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη