Εκδίκηση. Διφορούμενη λέξη. Άλλοι την θεωρούν ένδειξη αδυναμίας, άλλοι την απόλυτη λύτρωση. Ετυμολογικά, αν ψάξουμε να βρούμε τη σημασία της, θα κάνουμε μια στάση στην όψιμη ελληνιστική περίοδο και σε ένα απ’ τα πολλά Ιουστινιάνεια νομικά έργα, με τη φράση «επιδιώκω/απαιτώ δικαιοσύνη» να μοιάζει ως την καλύτερη σημερινή απόδοση του λατινικού “vindicare”. Προς την ίδια κατεύθυνση αντίστοιχα, ο Roger Bacon (γνωστός φιλόσοφος του Μεσαίωνα) ορίζει την εκδίκηση ως ένα είδος πρωτόγονης δικαιοσύνης προς την οποία έλκεται η ανθρώπινη φύση.

Αν θεωρήσουμε, λοιπόν, πως η εκδίκηση είναι όντως ένα είδος πρωτόγονης δικαιοσύνης ή μια απαίτηση για δικαιοσύνη γενικότερα, τότε η τιθάσευση αυτού του πρωτόγονου αισθήματος είναι ο καλύτερος τρόπος για να διασχίσεις αυτό το μακρινό ταξίδι και τελικά να φτάσεις στο προορισμό σου. Πάμε, όμως, να το δούμε και στην πράξη, γιατί πάλι βιάζομαι -δεν είναι τυχαίο που γεννήθηκα πρόωρος.

Όλοι, λίγο-πολύ, κάποια στιγμή στη ζωή μας βρεθήκαμε μπροστά από ένα χωρισμό. Άλλοτε κάναμε εμείς αυτό το βήμα, άλλοτε βρεθήκαμε αντιμέτωποι με αυτό, δεν έχει πολλή σημασία στην παρούσα φάση. Σημαντικό είναι το σταυροδρόμι που επιλέξαμε να ακολουθήσουμε.

Υπάρχουν δύο κύριοι δρόμοι που μπορείς σε μια τέτοια κατάσταση να ακολουθήσεις. Αυτός της απόλυτης αδιαφορίας κι αυτός της ευγένειας και της τυπικότητας. Σίγουρα στην αρχή μπορεί να μπαινοβγαίνεις απ’ το ένα μονοπάτι στο άλλο, αλλά κάποια στιγμή κατασταλάζεις κι έστω κι υποσυνείδητα επιλέγεις δρόμο. Γι’ αυτή την επιλογή θα μιλήσουμε τώρα. Ας αναλύσουμε τα δύο μονοπάτια.

Ο δρόμος της αδιαφορίας. Το πρώην ταίρι σου φαινομενικά δε σε απασχολεί πια και συνεχίζεις τη ζωή σου αγνοώντας επιδεικτικά την ύπαρξή του. Στην εποχή που ζούμε αυτό μπορεί να σημαίνει από διαγραφή από όλα τα social media μέχρι τη γνωστή συνάντηση των δύο ξένων. Νομίζω κατανοούμε όλοι τι εννοώ. Κανείς πως δεν τον/την είδες και συνεχίζεις να προχωράς στρέφοντας το βλέμμα σου σε ό,τι πιο άκυρο βρίσκεται στον ορίζοντα: «Χμ, τι ενδιαφέρουσα κολόνα της ΔΕΗ!».

Πέρα απ’ την οποία πλάκα, πόσο εποικοδομητική μπορεί να ‘ναι αυτή η στάση για την επίτευξη δικαιοσύνης; Πόσο μπορείς να απαιτήσεις το δίκιο σου καταδικάζοντας τον εαυτό σου στη σιωπή;

Καθόλου. Μοιάζεις περισσότερο με συνένοχος στην αδικία πάρα διεκδικητής δικαιοσύνης. Η παντελής αδιαφορία είναι στην ουσία ένα κάλυμμα όλων των καταπιεσμένων σου «θέλω» αλλά και του ενδεχόμενου θυμού σου. Αδιαφορεί (προσποιητά, συνήθως) αυτός που δεν μπήκε στη διαδικασία να ξεπεράσει τη δύσκολη κατάσταση ενός χωρισμού κι όχι αυτός που τα έβαλε με τον εαυτό του και διεκδικεί τη δικαιοσύνη που του αναλογεί. Μπορεί να πιστεύεις πως μένοντας απαθής κάνεις τον άλλο να υποφέρει, αλλά στην ουσία δεν υποφέρει κάνεις περισσότερο απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό, κρατώντας σε πίσω σε όλο αυτό.

Απ’ την άλλη ο δρόμος της ευγένειας και της τυπικότητας. Δείχνει έναν άνθρωπο που έχει διαχειριστεί αυτά τα συναισθήματα κι έχει τιθασεύσει αυτό το πρωτόγονο συναίσθημα για δικαιοσύνη. Προσοχή, όμως, υπάρχει μια μεγάλη παγίδα. Είναι εντελώς διαφορετικό το «δείχνω ότι είμαι καλά» κι άλλο το «είμαι καλά». Η υπερβολή είναι χειρότερη κι απ’ τη σιωπή.  Με ευγένεια και τυπικότητα μπορείς να δείξεις την πικρία σου ή ότι αδικήθηκες, χωρίς να σημαίνει αδυναμία.

Γιατί γυρνώντας πίσω στην αρχή, αδύναμος δεν είναι αυτός που φωνάζει για το δίκιο του αλλά αυτός που παραμένει σιωπηλός. Κι αντίστοιχα, λύτρωση δεν είναι να μην εμφανιστείς στο δικαστήριο αλλά να διεκδικήσεις το δίκιο σου κι ας είναι όλοι οι ένορκοι εναντίον σου.

Η δικαιοσύνη είναι τυφλή, κι η εκδίκηση οφείλει να ‘ναι το φως που φωτίζει την αλήθεια. Την αλήθεια των συναισθημάτων μας.

 

Συντάκτης: Γεώργιος-Κωνσταντίνος Ψύλλας
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη