Ώρες εξομολογητικές. Γεμάτες ησυχία. Κάπου μεταξύ 23.00 το βράδυ με όσο πάει. Που η σιωπή σού τρυπάει τ’ αυτιά. Που οι σκέψεις στρογγυλοκάθονται έτοιμες για ξενύχτι μέσα στο μυαλό σου. Κι εσύ προσπαθείς να κλείσεις τα μάτια σου έστω για λίγες ώρες, γιατί το πρωί έχεις ξύπνημα νωρίς. Και μαζί με το ξύπνημα θα έρθουν κι οι καινούριες σκέψεις. Και κάποια εκκρεμότητα που αναβάλλεις συνεχώς. Η νύχτα εκεί, να επιμένει. Να προχωράει.

24.00, 01.00 κι’ εσύ άγρυπνος να προσπαθείς να βρεις λύσεις. Να ελπίζεις για κάποιον ήχο που θα διαλύσει την τόση ηρεμία γύρω σου. Να σκέφτεσαι ότι λείπει. Να θέλεις να εξαφανιστείς κάτω από τα σκεπάσματα. Η αιώνια προστασία, απ’ όταν ήσουν παιδί, που πίστευες πως κάτω από μια κουβέρτα δε θα σε πείραζε κανένα φάντασμα, κανένα τέρας. Οι σκέψεις όμως πάντα τρύπωναν. Κι εκεί νιώθεις μια εξοργιστική μοναξιά και ψάχνεις κάποια δύναμη να σε σώσει. Μήπως όμως ψάχνεις σε λάθος μέρος; Όσο κι αν κρυφτείς κάτω από κάποιο πάπλωμα, ο κόσμος θα είναι ακόμα εκεί έξω. Η σκέψη σου, χωρίς να πάρει την άδειά σου θα πάει εκεί που ξέρει και θ’ αρχίσει να βαράει τις πόρτες. Μια γωνιά στην ψυχή σου θα συνεχίσει να είναι άδεια και τα παπλώματα δε θα φτάνουν να καλύψουν το κενό.

Έρχεται λοιπόν μια ώρα που πρέπει να βγεις από εκεί. Να κοιτάξεις γύρω σου. Μέσα σου. Να γεμίσεις τα άδεια σου κομμάτια. Να πας να βρεις τις σκέψεις σου. Ή για να τις φέρεις πίσω, ή να κάτσεις μαζί τους να περιμένεις εκείνη η πόρτα ν’ ανοίξει. Κι αν δεν ανοίξει, να τη σπάσεις. Να μπεις μέσα και να φωνάξεις με όλη σου τη δύναμη όσα έχεις  να πεις και φοβάσαι. Όσα δε γνωρίζεις  ή δε θέλεις να μάθεις.

 

 

Γιατί κι η μοναξιά κάποια στιγμή γίνεται ανελέητη. Άλλες φορές, πάλι, είναι το ζητούμενο. Η κάθαρση. Η αλήθεια. Κάποτε γίνεται το άγνωστο, το πολύ, το μετά. Όσα νιώθεις κι όσα απ’ αυτά τολμάς να δεις. Η μοναξιά είναι ήττα κάποιες φορές. Είναι φόβος. Είναι απουσίες και σιωπηλά μηνύματα. Είναι ένα “γεια, τα λέμε”. Ένα “θα δούμε”. Κάποιο “μπορεί”. Κάποιο “δεν ξέρω”. Κι εσύ, έτοιμος να πουλήσεις την ψυχή σου στον πρώτο δαίμονα που θα δεις, για ένα χαμόγελο, ή έστω για ένα χάδι.

Η ώρα περνάει. Έχει φτάσει πρωί. Σχεδόν ξημερώνει. Τραβάς τα σκεπάσματα, κοιτάς γύρω σου το φως της μέρας. Ακούς έξω τους ανθρώπους να σχεδιάζουν τη ζωή τους. Κάποιοι βιάζονται. Άλλοι σταματάνε. Ίσως να είσαι έτοιμος αυτό το πρωί και να μην κοιτάξεις το κινητό σου αν έχει κάποιο μήνυμα. Όχι κατευθείαν τουλάχιστον. Ανάπνευσε πρώτα. Κοίτα μέσα στον καθρέφτη σου και δες πως είσαι εκεί. Κάνε έναν καφέ και δες γύρω σου τη ζωή που δε ρωτάει. Δεν τη νοιάζει αν εσύ πήρες το μήνυμα που περίμενες ή αν σου έστειλε μια καρδούλα. Έρχεται τρεχάτη, βιαστική με τις τσάντες της γεμάτες, τα πολυτελή της φορέματα, τα μπιχλιμπίδια της να κουδουνίζουν σε κάθε της βήμα, για να μην ξεχαστείς. Αλλά, σε προσπερνά και φεύγει. Δε λυπάται. Δεν καταλαβαίνει αυτή από ξενυχτισμένους έρωτες κι ανώριμες καψούρες. Δε θα περιμένει εσένα ν’ αμφιβάλλεις, να βγεις από την παιδική σου κρυψώνα.

Κοίτα έξω. Άνοιξε τα παράθυρα. Άσε να μπει φως. Εκεί πας, προς το φως. Στη ζωή που προχωράει και δεν καταλαβαίνει από μοναξιές και ροζ άλογα. Δεν υπάρχει χρόνος γι’ αναμονές πίσω από κλειστές πόρτες. Αν μπόρεσες και την έσπασες καλώς. Αν όχι, δρόμο. Φεύγεις τρέχοντας, και πίσω δεν κοιτάς. Ένα σημείωμα όμως μπορείς ν’ αφήσεις. Αν θέλεις βάλε και διεύθυνση. Κι όποιος θέλει, ας έρθει να σε βρει. Αλλιώς, άντε γεια. Εσύ το δρομολόγιο της ζωής πρέπει να το προλάβεις. Να μπεις στο βαγόνι της, ν’ ακουμπήσεις κάτω τις αποσκευές σου και να περιμένεις την επόμενη στάση.

Και κάτι ακόμα. Να μη φοβηθείς την ταχύτητά της. Η ζωή πάει πιο γρήγορα από τη μοναξιά. Φόρεσε τη ζώνη ασφαλείας κι όρμα.

 

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Μαργαρίτα Αρβανιτίδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου