Υπάρχει κάτι πολύ περίεργο με το σ#ξ. Μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό παντού. Στις σειρές, στα τραγούδια, στις διαφημίσεις, στα social media, στις παρέες, στα podcasts, ακόμα και σε εκείνο το οικογενειακό τραπέζι όπου κάποιος θα πετάξει ξαφνικά ένα «ε, αυτοί τα έχουν» και όλοι θα κάνουν ότι δεν άκουσαν. Μπορούμε να κάνουμε αστεία. Να αφήνουμε υπονοούμενα.
Να κλείνουμε το μάτι. Να λέμε «έγινε κάτι» και να θεωρούμε ότι δώσαμε όλες τις πληροφορίες που χρειάζονταν. Αυτό που δυσκολευόμαστε, όμως, να πούμε είναι κάτι πολύ πιο απλό: «Μου αρέσει το σ#ξ». Και κάπου εκεί, λες και μόλις ομολογήσαμε κάτι που κανονικά θα έπρεπε να συνοδεύεται από δικηγόρο. Μα γιατί;
Ίσως επειδή μεγαλώσαμε με την πολύ περίεργη ιδέα ότι το σ#ξ είναι κάτι που όλοι κάνουν, αλλά κανείς δεν πρέπει να φαίνεται ότι το θέλει πολύ. Ειδικά οι γυναίκες. Μπορείς να είσαι όμορφη, αισθησιακή, να φοράς ό,τι θέλεις, να φλερτάρεις, να έχεις σχέση, να είσαι ερωτευμένη, να ανεβάζεις φωτογραφίες που ξέρεις πολύ καλά ότι θα πάρουν φωτιά τα likes. Όλα καλά μέχρι εδώ.
Αλλά αν πεις ότι σου αρέσει το σ#ξ, ξαφνικά ανοίγει φάκελος. Πόσο σου αρέσει; Με ποιον; Πόσο συχνά; Και κυρίως… γιατί το λες;
Είναι μερικές από τις πιο συχνές ερωτήσεις. Σαν να υπάρχει κάποιο κοινωνικά αποδεκτό όριο στην επιθυμία και κάποιος κάπου έχει κρατήσει το manual. Και φυσικά, δεν το έχουμε διαβάσει. Γιατί στους άντρες έχουμε μάθει να συγχωρούμε πολύ πιο εύκολα τη σ#ξουαλική επιθυμία. Εκεί θεωρείται σχεδόν αναμενόμενη.
Στις γυναίκες, αντίθετα, η επιθυμία πρέπει κάπως να είναι κομψή, διακριτική και να μην κάνει πολύ θόρυβο. Θέλουμε μια γυναίκα να είναι σ#ξι, αλλά όχι «πολύ σ#ξουαλική». Να θέλει, αλλά όχι τόσο. Να απολαμβάνει, αλλά να μην το λέει. Να ξέρει τι της αρέσει, αλλά να μην έχει… υπερβολικά μεγάλη εμπειρία.
Με λίγα λόγια, να έχει σ#ξουαλικότητα, αλλά σε χαμηλή ένταση. Στο 2, άντε στο 3. Και κατά προτίμηση με το τηλεχειριστήριο στα χέρια κάποιου άλλου. Κι έτσι καταλήγουμε να ντρεπόμαστε ακόμα και για κάτι που είναι απολύτως ανθρώπινο: το να μας αρέσει η σωματική επαφή, η επιθυμία, η οικειότητα, η απόλαυση. Ίσως γιατί έχουμε μάθει να συνδέουμε το σ#ξ με την αξία μας.
Αν κάποιος έχει πολλές σχέσεις, «κάτι δεν πάει καλά». Αν έχει λίγες, «μάλλον δεν το έχει». Αν δεν θέλει καθόλου, «κάτι θα του συνέβη». Αν θέλει πολύ, «εντάξει, αυτό πάλι…». Έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε έναν ολόκληρο πίνακα αξιολόγησης για το πόσο φυσιολογικό είναι να επιθυμεί ένας άνθρωπος έναν άλλον άνθρωπο.
Και φυσικά, επειδή είμαστε άνθρωποι και όχι Excel, κανείς δεν βγαίνει ποτέ σωστός. Το σ#ξ, όμως, δεν είναι μόνο η πράξη. Είναι και το να μπορείς να πεις «σε θέλω» χωρίς να αισθάνεσαι ότι μόλις αποκάλυψες ένα οικογενειακό μυστικό. Είναι να μπορείς να πεις «μου αρέσει» χωρίς να φοβάσαι ότι ο άλλος θα βγάλει συμπεράσματα για τον χαρακτήρα σου. Είναι να μπορείς να παραδεχτείς ότι η επιθυμία είναι κομμάτι σου, χωρίς αυτή να γίνεται ολόκληρη η ταυτότητά σου.
Γιατί υπάρχει και αυτή η παρεξήγηση: ότι αν μιλήσεις ανοιχτά για το σ#ξ, αυτομάτως το προκαλείς. Ότι αν πεις πως σου αρέσει, κάποιος δικαιούται να πιστέψει ότι είσαι διαθέσιμη. Ότι αν μιλήσεις για τις επιθυμίες σου, έχεις χαμηλώσει τα όριά σου. Κι όμως, το να μιλάς για την επιθυμία σου δεν σημαίνει ότι χρωστάς τίποτα σε κανέναν.
Το «μου αρέσει το σ#ξ» δεν σημαίνει «μου αρέσει το σ#ξ με όλους». Όπως το «μου αρέσει το φαγητό» δεν σημαίνει ότι θα φας ό,τι υπάρχει πάνω στον μπουφέ. Έχουμε δικαίωμα στην επιθυμία και, ταυτόχρονα, δικαίωμα στην επιλογή. Και ίσως αυτό είναι που χρειάζεται περισσότερο να μάθουμε. Να μη ντρεπόμαστε ούτε για το «ναι» ούτε για το «όχι».
Να μη θεωρούμε ότι η σ#ξουαλικότητα πρέπει να αποδεικνύεται ή να κρύβεται. Χρειάζεται να σταματήσουμε να κοιτάμε τους άλλους με εκείνο το ύφος του «για να δω τι άνθρωπος είσαι από το πόσο σ#ξ κάνεις». Γιατί, μεταξύ μας, έχουμε ήδη αρκετά πράγματα για τα οποία κρίνουμε τον εαυτό μας. Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και το αν μας αρέσει να φιλιόμαστε, να αγκαλιαζόμαστε, να ερωτευόμαστε, να επιθυμούμε.
Και τελικά, ίσως το πιο απελευθερωτικό πράγμα δεν είναι να μιλάμε συνέχεια για το σ#ξ. Είναι να μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό χωρίς ντροπή όταν θέλουμε και να μη μιλήσουμε καθόλου όταν δεν θέλουμε. Γιατί το σ#ξ δεν είναι ούτε μετάλλιο ούτε αποδεικτικό ταυτότητας ούτε βιογραφικό. Είναι ένα κομμάτι της ανθρώπινης ζωής.
Σε κάποιους αρέσει πολύ. Σε κάποιους λίγο. Σε κάποιους καθόλου. Άλλοι το θέλουν μόνο όταν υπάρχει συναίσθημα, άλλοι όχι. Άλλοι περνούν φάσεις που το ξεχνούν εντελώς και άλλοι φάσεις που θυμούνται ότι τελικά… δεν ήταν και τόσο κακή ιδέα.
Όλα αυτά χωράνε. Αυτό που δεν θα έπρεπε να χωράει είναι η ντροπή. Γιατί έχουμε περάσει αιώνες προσπαθώντας να ελέγξουμε την επιθυμία. Και παρ’ όλα αυτά, εκείνη επιμένει. Γιατί, τελικά, ίσως το πρόβλημα δεν είναι ότι μας αρέσει το σ#ξ.
Ίσως το πρόβλημα είναι ότι ακόμα νιώθουμε πως πρέπει να απολογηθούμε γι’ αυτό. Και μεταξύ μας, έχουμε φτάσει σε μια ηλικία που θα έπρεπε να μπορούμε να πούμε τι μας αρέσει χωρίς να χρειάζεται να συνοδεύεται από υποσημείωση, υπεύθυνη δήλωση και δύο μάρτυρες. Μου αρέσει. Δεν σημαίνει ότι θέλω πάντα. Δεν σημαίνει ότι θέλω με όλους.
Δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που λέει. Μου αρέσει. Και μάλλον είναι καιρός να σταματήσουμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε πόσο απλή μπορεί να είναι αυτή η πρόταση. Γιατί το σ#ξ δεν είναι κάτι που χρειάζεται ούτε να κρύβουμε ούτε να διαφημίζουμε.
