«Με πόσους έχεις πάει;» Αλλάξαμε εφαρμογές γνωριμιών, μάθαμε καινούργιες λέξεις για τις σχέσεις, βάλαμε το «χωρίς ταμπέλες» στο λεξιλόγιό μας. Κι όμως, αυτή η ερώτηση εξακολουθεί να βρίσκει καρέκλα στο τραπέζι. Συνήθως έρχεται με χαλαρό ύφος, λες και σε ρωτάει αν θέλεις άλλο κρασί. Εσύ, όμως, πιάνεις τον εαυτό σου να κάνει κάτι παράξενο: πριν θυμηθείς την απάντηση, προσπαθείς να μαντέψεις ποια θα γίνει αποδεκτή. Πόσοι είναι λίγοι; Πόσοι είναι πολλοί; Και πόσο γρήγορα μπορείς να πάψεις να του αρέσεις, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα πάνω σου πέρα από όσα ξέρει;
Μέχρι πριν από λίγο του άρεσε η άνεσή σου. Το ότι ξέρεις τι θέλεις, ότι δεν περιμένεις να μαντέψει, ότι μπορείς να μιλήσεις για το σεξ χωρίς να κοιτάς το πάτωμα. Αν όμως αυτή η άνεση συνοδεύεται από παρελθόν που δεν τον βολεύει, η ίδια γυναίκα αλλάζει ξαφνικά κατηγορία. Το αυθόρμητο γίνεται ύποπτο. Η εμπειρία χρειάζεται εξηγήσεις. Σε ήθελε απελευθερωμένη, αλλά κάπως θα προτιμούσε να είχες απελευθερωθεί αποκλειστικά μαζί του. Να ξέρεις, δηλαδή, χωρίς να έχεις μάθει πουθενά. Ωραία απαίτηση. Σχεδόν μεταφυσική.
Το ωραίο είναι ότι ο ίδιος αριθμός μπορεί να κυκλοφορεί με εντελώς διαφορετική φήμη, ανάλογα με το ποιος τον λέει. Στην παρέα που εκείνος παίρνει συγχαρητήρια επειδή «έζησε», εκείνη μπορεί να ακούσει ότι «δεν κράτησε και τίποτα για τον εαυτό της». Λες και κάθε φορά που επιθύμησε κάποιον, έδινε κι ένα κομμάτι της και τώρα πρέπει να υπολογίσουμε τι περίσσεψε. Εκείνος απέκτησε εμπειρίες. Εκείνη απέκτησε παρελθόν. Και μετά περιμένουμε να μιλήσει άνετα για το σεξ σε ανθρώπους που θαυμάζουν την επιθυμία της μόνο όσο δεν την έχει χρησιμοποιήσει.
Υπάρχει, βέβαια, και η ανάκριση που φοράει πιο ευγενικά ρούχα. «Απλώς θέλω να σε ξέρω». Να με ξέρεις. Ωραία. Ρώτα με πώς φέρομαι όταν θυμώνω, τι σημαίνει για μένα αποκλειστικότητα, αν μπορώ να ζητήσω συγγνώμη χωρίς να προσθέσω ένα «αλλά». Ρώτα τι θέλω από εμάς. Ο αριθμός των ανθρώπων με τους οποίους έχω κάνει σεξ δεν θα απαντήσει σε αυτά. Μπορεί να τον μάθεις με απόλυτη ακρίβεια και να εξακολουθείς να μην ξέρεις αν θα σου σταθώ όταν τα πράγματα δυσκολέψουν. Αλλά τουλάχιστον θα έχεις ένα νούμερο να σκέφτεσαι στις τρεις το πρωί.
Και κάπου εδώ αξίζει να ρωτήσεις τι προσπαθείς εσύ να μάθεις όταν επιμένεις. Μήπως φοβάσαι τη σύγκριση; Μήπως θέλεις να είσαι ο καλύτερος, ο πιο σημαντικός, ο άνθρωπος που θα ακυρώσει αναδρομικά όλους τους προηγούμενους; Μπορείς να το πεις. Το «φοβάμαι μήπως δεν σου αρκώ» ανοίγει μια συζήτηση στην οποία ο άλλος έχει χώρο να σε συναντήσει. Το «καλά, με τόσους;» τον σπρώχνει να υπερασπιστεί μια ζωή που έζησε πριν σε γνωρίσει. Η ανασφάλεια χωράει σε μια σχέση. Η απαίτηση να απολογηθεί ο άλλος για να ησυχάσεις εσύ χρειάζεται σοβαρότερη κουβέντα.
Πεις λίγους, μπορεί να ακολουθήσει το «δεν έχεις ζήσει και πολλά». Πεις περισσότερους απ’ όσους αντέχει να ακούσει, έρχεται το σήκωμα του φρυδιού. Αρνηθείς να απαντήσεις, «γιατί, τόσοι πολλοί είναι;». Όποια πόρτα κι αν ανοίξεις, σε περιμένει σχόλιο. Και κάπου εκεί μπορεί να αρχίσεις τις διευκρινίσεις που κανείς δεν δικαιούται να σου απαιτεί: «Ήμουν μικρή», «ήταν μια περίοδος», «οι περισσότεροι ήταν σχέσεις». Ακούς τον εαυτό σου να ψάχνει ελαφρυντικά για συναινετικές επιλογές του. Πριν από λίγο φλέρταρες. Τώρα προσπαθείς να αποδείξεις ότι παραμένεις άξια σεβασμού. Πότε ακριβώς συμφώνησες να εξεταστείς;
Φυσικά, δύο άνθρωποι μπορούν να μιλήσουν για το ερωτικό τους παρελθόν με περιέργεια, τρυφερότητα, ακόμα και χιούμορ. Μπορούν να μοιραστούν εμπειρίες επειδή το θέλουν και οι δύο. Η διαφορά φαίνεται όταν η απάντηση δεν είναι αυτή που περίμενες ή όταν ακούσεις «αυτό θέλω να το κρατήσω για μένα». Εκεί τι κάνεις; Συνεχίζεις να βλέπεις τον ίδιο άνθρωπο ή αρχίζεις τις αιχμές; Το θυμάσαι σε κάθε καβγά; Πετάς ένα «εσύ που έχεις εμπειρία» για να τον μικρύνεις; Τότε έχεις μετατρέψει μια προσωπική εξομολόγηση σε υλικό για μελλοντική χρήση.
Έχει ενδιαφέρον πόσο εύκολα μπορεί να βγει το «με πόσους;» από ένα στόμα που δυσκολεύεται να ρωτήσει «αυτό σου αρέσει;». Θέλεις να ξέρεις πόσοι προηγήθηκαν, αλλά διστάζεις να συζητήσεις τι θέλει ο άνθρωπος που είναι τώρα μαζί σου. Τι τον κάνει να νιώθει άνετα, πού είναι τα όριά του, τι συμφωνείτε για προστασία και αποκλειστικότητα. Αυτές οι κουβέντες σε βάζουν κι εσένα μέσα. Χρειάζεται να απαντήσεις, να ακούσεις, να αναλάβεις το μερίδιό σου. Ο αριθμός, αντιθέτως, σου επιτρέπει να καθίσεις αναπαυτικά και να κρίνεις. Με ελάχιστη έκθεση και υπερβολική αυτοπεποίθηση.
Κράτα, επίσης, λίγο χώρο για τη δική σου αντίφαση. Μπορεί να λες ότι δεν σε νοιάζουν αυτά και να αλλάζεις ύφος μόλις ακούσεις περισσότερα απ’ όσα είχες φανταστεί. Μπορεί να υπερασπίζεσαι την ελευθερία της φίλης σου και να δυσκολεύεσαι να δεχτείς την ίδια ελευθερία στον άνθρωπο που επιθυμείς. Εκεί έχει ενδιαφέρον να σταθείς. Τι άλλαξε ακριβώς ανάμεσα στο φιλί πριν από την απάντηση και στην αμηχανία μετά; Ο άνθρωπος απέναντί σου παρέμεινε ίδιος. Αυτό που άλλαξε ήταν όσα αποφάσισες ότι σημαίνει ένας αριθμός.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα φτάσει η κουβέντα στο «με πόσους έχεις πάει;», πρόσεξε τι συμβαίνει μετά. Αν υπάρχει χώρος να απαντήσεις ή να μη θέλεις. Αν ο άλλος μπορεί να ακούσει χωρίς να σου αλλάξει κατηγορία. Κι αν ξαφνικά βρεθείς να εξηγείς γιατί, πότε και υπό ποιες συνθήκες επιθύμησες ανθρώπους πριν από εκείνον, σταμάτα λίγο την απολογία. Δεν χρειάζεται να παρουσιάσεις ένα πιο βολικό παρελθόν για να αξίζεις μια σχέση στο παρόν. Η πιο παλιά ανάκριση συνεχίζεται κάθε φορά που κάποιος σε θέλει στο κρεβάτι του, αλλά σε σέβεται λιγότερο επειδή κάποτε ήθελες κι εσύ κάποιον άλλον.
