Οι αληθινοί άνδρες δε φοβούνται τίποτα. Ούτε το σκοτάδι, ούτε τη μοναξιά, ούτε τις ενοχές.

Οι υπόλοιποι άνδρες φοβόμαστε πολλά πράγματα.

Το πρώτο στη λίστα είναι μια πιθανή εγκυμοσύνη κάποιας πρώην συντρόφου, η οποία δε μας γνωστοποιήθηκε ποτέ.

Κάπου υπάρχει ένα παιδί λοιπόν που έρχεται αναπάντεχα, είτε μόνο του είτε με ένα κλειδάκι για πακέτο, και για λίγες μέρες νιώθεις σα να σε χτύπησε σφαίρα στον εγκέφαλο.

Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ το ψυχολογικό σοκ που υφίσταται κάποιος που μεταβαίνει από το «μέχρι χθες μόνος» στο «από σήμερα πατέρας».

Το ίδιο σοκ περνά λογικά κι ένας άνθρωπος που επιθυμεί να γίνει πατέρας, όπως αναλύθηκε εδώ.

Υπάρχει όμως μια τεράστια διαφορά στα αρχικά δεδομένα. Ο ένας έχει εννιά μήνες να συνηθίσει στην έννοια της πατρότητας, ενώ ο άλλος γίνεται κυριολεκτικά πατέρας μέσα σε μια στιγμή.

Βλέπω εκείνους που ψάχνουν ανθρώπους από το παρελθόν τους κι εστιάζω κυρίως στα πρόσωπα των παιδιών που ψάχνουν κάποιον γονέα που τους παράτησε, γυρεύοντας μιαν απάντηση στο «γιατί». Γελώ με τα θλιμμένα πρόσωπά τους, με τα τρεμάμενα χέρια τους, ξεκαρδίζομαι με τα απεγνωσμένα δάκρυά τους, μάλλον επειδή προσπαθώ να κλάψω και δεν μπορώ.

Σκέφτομαι ότι εκεί που κάθεσαι αμέριμνος, έρχεται ένας άγνωστος τύπος και προσπαθεί με τη βία να σε ονομάσει «πατέρα», εσένα που τρέμεις τη λέξη. Κι άντε ξανά μια ζωή από την αρχή, ξανά στην πλάτη φορτωμένες οι ενοχές σου…

Κι από την άλλη πλευρά ένα παιδί, το δικό σου παιδί, να ανασκαλεύει μια ζωή από την αρχή, μήπως και γυρίσει στην ηλικία των πέντε για να βρει την πατρική αγκαλιά που του έλειψε. 

Ο χρόνος είναι δομικό συστατικό μιας σχέσης όπως είναι η άμμος για το τσιμέντο. Αν έχουν χαθεί είκοσι χρόνια από τη σχέση γονέα και παιδιού, ειδικότερα τα είκοσι πρώτα χρόνια από τη γέννηση ως την ενηλικίωση, η σχέση γίνεται μια νερόβραστη, λασπώδης μάζα ενοχών.

Η σχέση ενός γονέα με το παιδί του δεν είναι το χαρτζιλίκι στα δεκαπέντε, το μηχανάκι στα δεκαεφτά, και τα λεφτά για τη βενζίνη όσο είναι φοιτητής.

Είναι το πρώτο γάλα κι η μυρωδιά της μάνας στο πρώτο έτος της ζωής, είναι η πρώτη γρατζουνιά από το ποδηλατάκι με τις βοηθητικές, τα κλάματα του νηπιαγωγείου κι η πρώτη μέρα στο σχολείο.

Πράγματα δηλαδή που δε θα δω ποτέ, άγνωστο παιδί μου, αν έχω χάσει ολόκληρη την παιδική σου ηλικία· δε θα υπάρχω μέσα σε μνήμες που θα έπρεπε να με περιέχουν.

Γιατί, ξέρεις, δεν είναι δύσκολο για έναν άνθρωπο να πει τη φράση «παιδί μου». Άλλωστε είναι μια κοινή έκφραση ανάμεσα σε φίλους. «Έλα ρε παιδί μου!»

Αλλά η λέξη «μπαμπάς» δεν είναι απλώς εφτά γράμματα στη σειρά, δύο ίδιες συλλαβές κι ένας τόνος. Είναι έτη ολόκληρα και μικρές στιγμές ταυτόχρονα, σπαρμένα στον χρόνο.

Οπότε, δε γουστάρω να με βρει κανένα κλειδί για πακέτο ποτέ.

Για να είναι στο πλευρό μας ο χρόνος, για να μας ενώσει, πρέπει να τον έχουμε αγκαλιάσει από την αρχή, αλλιώς ο ίδιος αυτός χρόνος μας έχει ήδη καταστρέψει· το μόνο που θα μας θυμίζει είναι τα «θα ‘θελα να ‘μουνα εκεί» που δεν μπορέσαμε να πούμε.

Το κρύο είναι η ουσία που συντηρεί πράγματα.

Αλλά εγώ προσωπικά δε γουστάρω ούτε τα συντηρητικά, ούτε τις κατεψυγμένες σχέσεις, εκείνες που έχουν μείνει στην ακινησία είκοσι χρόνια κι έρχονται να με βρουν με πρησμένα, διατηρημένα σε ψυγεία σώματα.

Δε θέλω να σε δω ενηλικιωμένο, σαν ανάπηρο πολέμου με ελλείποντα μέλη, γεμάτο πληγές για τις οποίες ευθύνεται η απουσία μου κι όχι η επιλογή μου.

Δε θέλω να έρθεις, πώς το λένε;

Είναι ο μόνος τρόπος να μην πονέσεις, γιατί όσο δυνατός κι αν είσαι, όσο κι αν νομίζεις πως έχεις αρκετό αίμα για να κρατήσεις το κομμένο γυαλί της σχέσης μας στο χέρι σου, κάποια στιγμή θα το πετάξεις. Το γυαλί δε θα κολλήσει ποτέ κι εσύ θα έχεις υποστεί τόση αιμορραγία ώστε θα χρειάζεσαι άμεση νοσηλεία.

Δε θέλω να έρθει κανείς να με ψάξει, είτε μου μοιάζει είτε όχι, ζητιανεύοντας την αγάπη μου, γιατί δεν έχω να δώσω. Όχι έτσι.

Θέλω να ζήσω με εκείνα που επέλεξα εγώ κι όχι με εκείνα που με επέλεξαν ή δε με επέλεξαν.

Άφησέ με να λοιπόν να ζήσω στην άγνοιά μου κι εσύ στα τραύματά σου.

Μην έρθεις να με βρεις, γιατί δε θα είμαστε ποτέ τίποτα παραπάνω· εσύ ένα ξένο παιδί κι εγώ ένας παρ’ ολίγον πατέρας.

Μην έρθεις να ανταλλάξουμε αγάπες κι όνειρα, γιατί καμία ανταλλαγή δεν είναι δίκαιη. Πάντοτε ένας από τους δύο θα βρεθεί ριγμένος.

Κι αν ακόμη προσπαθήσεις να εφεύρεις ένα νέο ημερολόγιο, που θα έχει στις σελίδες του τις μνήμες που χάσαμε ή τα όνειρα που μένουν για να φτιάξουμε, άφησέ το.

Τίποτα δεν αντικαθιστά τα χειροποίητα παραμύθια που έχω μέσα μου για σένα και δε σου τα εξιστόρησα ψιθυριστά τα βράδια που δεν μπορούσες να κοιμηθείς.

Πλέον, έχεις φάρμακα για αυτά τα άυπνα βράδια. Τα παραμύθια έμειναν ανείπωτα.

«Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά».

Επιτέλους, άφησέ με να προσπεράσω. 

 

Συντάκτης: Βασίλης Γιαννούλης