Ο Πάνος Βλάχος βγήκε στην Ερμού, έπιασε την κιθάρα του και για λίγες ώρες έγινε ένας από αυτούς που συνήθως προσπερνάμε βιαστικά. Μουσικός του δρόμου, με κιθάρα ανοιχτή να ρίχνει ο κόσμος ψιλά — μόνο που αυτή τη φορά ο στόχος ήταν τα χρήματα να δοθούν στο ΚΥΑΔΑ, το Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων.

Η εικόνα του να παίζει μπροστά σε περαστικούς, χωρίς τη σκηνική αίγλη, είχε κάτι από πρόθεση και κάτι από δήλωση. Δεν ήταν ότι απλώς αποφάσισε να κάνει τη φασουλα του και στον δρόμο, αλλά μια συνειδητή μετατόπιση: από τον ρόλο του αναγνωρίσιμου καλλιτέχνη, σε εκείνον που εκτίθεται άμεσα στο βλέμμα και στην κρίση του κόσμου, όπως κάθε busker. Το κοινό σταματούσε, άλλοι για να ακούσουν, άλλοι από περιέργεια, άλλοι απλώς επειδή κάτι άλλαζε στον ρυθμό της καθημερινής διαδρομής.

 

 

Η επιλογή να στηρίξει το ΚΥΑΔΑ δίνει και ένα δεύτερο επίπεδο στην κίνηση. Δεν αφορά μόνο την τέχνη στον δημόσιο χώρο, αλλά και το πώς αυτή μπορεί να συνδεθεί με την αλληλεγγύη. Κι ο δρόμος, εδώ, γίνεται και μέσο. Ένας τρόπος να μετατραπεί η προσοχή του κόσμου σε κάτι πιο απτό, σε μια πράξη στήριξης για ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη.

Η εικόνα έχει και μια ωραία ειρωνεία. Ένας άνθρωπος που ανήκει στην «επίσημη» σκηνή, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο για να κάνει αυτό που χιλιάδες καλλιτέχνες κάνουν καθημερινά χωρίς εγγυήσεις. Και ξαφνικά, αυτό που θεωρείται αυτονόητο — να παίζεις μουσική στον δρόμο — γίνεται ξανά πολιτική πράξη. Γιατί και η συγκυρία δεν είναι ουδέτερη. Λίγες μέρες πριν, στη Θεσσαλονίκη, δύο μουσικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με πρόστιμο 300 ευρώ επειδή έπαιζαν με μικροφωνική στη Νέα Παραλία, μπροστά στον Λευκό Πύργο. Το περιστατικό προκάλεσε αντιδράσεις, έγινε θέμα, και τελικά το πρόστιμο ανακλήθηκε μετά από συνάντηση με τον αντιδήμαρχο Δημοτικής Αστυνομίας, Γιώργο Δημαρέλο, αφού δεν είχε προηγηθεί σύσταση.

Οι μουσικοί του δρόμου βρίσκονται πάντα σε ένα περίεργο ενδιάμεσο. Δεν είναι ούτε πλήρως «νόμιμοι» ούτε πραγματικά παράνομοι. Δεν ανήκουν σε θεσμούς, αλλά δεν είναι και εκτός κοινωνίας. Υπάρχουν σε μια γκρίζα ζώνη, όπου η ανοχή εξαρτάται από την ώρα, τη γειτονιά, τη διάθεση της αρχής — και καμιά φορά, από το πόσο «ενοχλεί» η παρουσία τους.

Κι όμως, αυτή η παρουσία είναι που δίνει ζωή στις πόλεις. Δεν είναι μόνο θέμα αισθητικής. Είναι θέμα πρόσβασης. Ο δρόμος είναι ίσως το μοναδικό “stage” όπου δε χρειάζεται να αγοράσεις εισιτήριο για να έρθεις σε επαφή με την τέχνη. Μπορείς να σταθείς για 30 δευτερόλεπτα, για 5 λεπτά ή να φύγεις αμέσως. Δεν υπάρχει υποχρέωση — υπάρχει μόνο η επιλογή.

Όταν αυτή η πράξη αρχίζει να ρυθμίζεται με όρους που θυμίζουν περισσότερο καταστολή παρά συνύπαρξη, κάτι χάνεται. Όχι μόνο για τους μουσικούς, αλλά για την ίδια την πόλη. Γιατί η πόλη χωρίς ήχο, χωρίς τυχαίες στιγμές, χωρίς μικρές παύσεις μέσα στη ρουτίνα, γίνεται πιο επίπεδη απ’ όσο νομίζουμε.

Η κίνηση του Βλάχου έρχεται ακριβώς πάνω σε αυτό το σημείο και σε τέλειο timing για να μας ενοχλήσει γλυκά πάνω σε αυτό που θεωρούμε «περιθωριακό» κι εν τέλει να μας δείξει ότι είναι συχνά πιο κοντά στον πυρήνα της καθημερινότητας απ’ όσο πιστεύουμε. Και ότι η γραμμή ανάμεσα στον καλλιτέχνη της σκηνής και τον καλλιτέχνη του δρόμου είναι πολύ πιο λεπτή απ’ όσο νομιζουν μερικοί.

Ίσως τελικά το θέμα να μην είναι αν επιτρέπεται η μουσική στον δρόμο. Αλλά αν είμαστε διατεθειμένοι να την αντιμετωπίσουμε ως κομμάτι της ζωής μας και όχι ως ενόχληση που πρέπει να ρυθμιστεί. Γιατί κάθε φορά που ένας μουσικός στήνεται σε μια γωνία, δε ζητάει μόνο λίγα κέρματα. Ζητάει χώρο, με αντάλλαγμα να δώσει στην πόλη ζωή.