Article of the day: Γνωρίστε τη νέα pillowfighter Αμάντα Δουλγεράκη στο πρώτο της άρθρο: Δες το εδώ!

dfbgv

Oι διαπροσωπικές σχέσεις είναι από πιο τα αγαπημένα και «καυτά» θέματα συζήτησης σχεδόν σε όλες τις παρέες. Έχουν κάνει συντροφιά σε όλους μας, σε πρωινούς, απογευματινούς ή και βραδινούς μας καφέδες, σε πολλά από τα ξενύχτια μας ή ακόμα κι εκείνες τις μέρες που παίρνουμε τον κολλητό μας ή το σύντροφό μας και πάμε να δούμε μια αισθηματική, δραματική, κοινωνική ή βιογραφική ταινία. Είναι μεγάλη αλήθεια ότι σχεδόν πάντα όλα τα θέματα αυτού του κόσμου, να καταλήγουν σε έναν κοινό παρονομαστή, ο οποίος ακούει στο όνομα «διαπροσωπικές σχέσεις».

Για αυτές τις σχέσεις όμως μίλησαν πολλά χρόνια πριν από εμάς, για εμάς, κάποιοι ψυχολόγοι-ψυχαναλυτές, οι θεωρητικοί των αντικειμενότροπων σχέσεων. Με τον όρο «αντικείμενο» στη θεωρία αυτή αναφερόμαστε σε πρόσωπα, γεγονός που οφείλεται στη θεωρία του Freud κι όλων των ψυχαναλυτών. Αυτοί -που λες- υποστήριζαν ότι ο άνθρωπος έχει ένστικτα και ορμές, οι οποίες κατευθύνονται προς ένα αντικείμενο για να ικανοποιηθούν. Ένα βρέφος λοιπόν θα αναζητήσει την αγκαλιά για να ανακουφιστεί, ένας ενήλικας έλκεται από ένα άλλο πρόσωπο κι επομένως βλέπουμε -εν τέλει- ότι τα σημαντικά αντικείμενα είναι πρόσωπα.

Έτσι, οι θεωρητικοί των αντικειμενότροπων σχέσεων (Μ. Κlein, Gabbard, Winnicott κ.ά) προσπαθούν να εξετάσουν με ποιον τρόπο τα ιδιαίτερα βιώματα που όλοι είχαμε με σημαντικά άτομα στο παρελθόν μας (κυρίως τους γονείς μας), αναπαρίστανται ως όψεις του εαυτού μας κι επηρεάζουν τις διαπροσωπικές μας σχέσεις στο παρόν. Με άλλα λόγια, προσπαθούν να εντοπίσουν τι νοητικές αναπαραστάσεις έχουμε σχηματίσει κατά την παιδική μας ηλικία και πώς βλέπουμε τώρα, τους σημαντικούς άλλους της ζωής μας. Οι ψυχαναλυτές λοιπόν αυτοί πιστεύουν ότι από τη στιγμή που θα σχηματιστούν αυτές οι «εικόνες» στο μυαλό μας, δύσκολα θα διαγραφούν, όσο μικρή ηλικία κι αν είχαμε τότε που δημιουργήθηκαν.

 

 

Και για να γίνουμε και πιο συγκεκριμένοι, ο Donald Winnicott (1953), τόνισε τη σπουδαιότητα που έχει η πρώιμη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ ενός σταθερού ατόμου-φροντιστή (της μητέρας εξαιτίας και της εποχής τότε) και της εικόνας του εαυτού που αποκτά το βρέφος από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής του. Ένας επαρκώς καλός φροντιστής, ο οποίος θα κρατήσει με αγάπη το βρέφος, θα του δώσει φαγητό, θα το πλύνει, θα το κοιμήσει και θα το καθησυχάσει από την ανασφάλεια που έχει εξαιτίας του αδύναμου εγώ του, θα αποτελέσει τον τέλειο καθρέφτη για να λάβει αυτό μια καλή εικόνα για τον εαυτό του. ‘Ετσι, αυτό το βρέφος μεγαλώνοντας θα ξεδιπλώνει άφοβα τον αληθινό εαυτό του, αφού θεωρεί ότι μπορεί και είναι ικανό να δημιουργήσει ασφαλείς σχέσεις με τους ανθρώπους.

Αντιθέτως, μια μη επαρκώς καλή φροντίδα από το άτομο-φροντιστή, το οποίο δε θα εναρμονιστεί με τις ανάγκες του μωρού, κάνει το βρέφος να προσαρμόζεται με αυτό το στερητικό περιβάλλον, απομακρυνόμενο από την ανάγκη του για φροντίδα. Δυστυχώς, σε αυτή την περίπτωση δεν έχουμε καθρέφτισμα κι αυτό το μωρό, θα γίνει μετέπειτα ένας ενήλικας, ο οποίος θα είναι αποφευκτικός με τις στενές σχέσεις, θα έχει εμμονές ή θα είναι έντονα κτητικός κι ανασφαλής μέσα σε αυτές. Θα είναι φοβικός όσον αφορά την οικειότητα με τους άλλους και θα θεωρεί ότι οι άλλοι είναι αδύνατον να του σταθούν και να τον βοηθήσουν όταν το έχει ανάγκη.

Η Melanie Klein (1935), πρωτοπόρος στην ανάπτυξη αυτής της θεωρίας, εστίασε κι αυτή στην προσκόλληση (συναισθηματικό δεσμό) του μωρού με το άτομο που το φροντίζει. Παρατηρώντας την ίδια, αλλά κι άλλες μητέρες που φρόντιζαν τα παιδιά τους, περιέγραφε τον τρόπο που τα μωρά δείχνουν ενδιαφέρον για το πρόσωπο της μητέρας τους, το άγγιγμα των χεριών της και την ευχαρίστηση από το να αγγίζουν το στήθος της. Μάλιστα, η Κlein υποστήριζε ότι ήδη από τους δύο μήνες, τα βρέφη δείχνουν ενδιαφέρον για τη μητέρα τους πέρα από το φαγητό, χαμογελώντας σε αυτή κι αγκαλιάζοντας το στήθος της.

Ενδιαφέρον προκαλούν και οι απόψεις της για τα «βολικά» μωρά που δεν κλαίνε, τα οποία θεωρεί ότι δεν είναι χαρούμενα. Ναι, ναι καλά άκουσες, αφού θεωρούσε ότι η έλλειψη κλάματος μπορεί να οφείλεται σε κάποια μορφή απάθειας. Αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν συχνά δυσκολίες, γίνονται ντροπαλά άτομα, ενώ το ενδιαφέρον τους για τον εξωτερικό κόσμο, το παιχνίδι και τη μάθηση, φαίνεται να είναι αισθητά μειωμένο. Τους λείπει το κίνητρο από το άτομο φροντιστή τους κι έτσι συχνά όχι μόνο καθυστερούν να περπατήσουν, αλλά αρκετές φορές δείχνουν να γίνονται αρκετά νευρωτικά, καθώς μεγαλώνουν.

Οι άνθρωποι λοιπόν σύμφωνα με τη θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων έχουν την τάση να «κουβαλάνε» εκείνη τη μορφή της πρώτης σχέσης που ανέπτυξαν στα πρώτα χρόνια της ζωής τους και κυρίως κατά τον πρώτο χρόνο. Θα έχουν μια ροπή προς συγκεκριμένες απόψεις σχετικά με την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, αλλά και για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Άλλοι θα αναπτύξουν εύκολα ασφαλείς, ήρεμες κι αυθεντικές σχέσεις, ενώ άλλοι θα ταλαιπωρηθούν μέσα από αποφευκτικές, αμφιθυμικές, παθολογικά κτητικές σχέσεις.

Όπως και να ‘χει όμως η τέχνη της αγάπης και των σχέσεων χτίζεται κι εξελίσσεται. Είναι μια δια βίου διαδικασία που μπορούν να έχουν όλοι και συμβαίνει μέσα από τη δουλειά που κάνουμε με τον εαυτό μας, μέσα από την αυτογνωσία και το σμίλευμα των κρυφών ή των φανερών μας ατελειών.

Συντάκτης: Ειρήνη Μακρινού
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου