Έχεις την ευλογία το άτομο που γουστάρεις να δουλεύει σε κάποιο μαγαζί –καφετέρια, ταβέρνα, σουβλατζίδικο κτλ– όπου μπορείς  άνετα να αράξεις με την παρέα σου, χωρίς απαραίτητα να καρφωθείς. Λέμε τώρα…

Έτσι, απολαμβάνεις το καφεδάκι σου και μαζί και τα δύο ματάκια που καψουρεύτηκες. Γίνεται το στέκι σου κι αναγκαστικά και της υπόλοιπης παρέας, αφού νιώθουν τον ενθουσιασμό και τον νταλκά σου κι αν μη τι άλλο σε στηρίζουν ως φίλοι. Το αποτέλεσμα, λοιπόν, είναι να ξημεροβραδιάζεστε σ’ αυτό το μέρος, κάθε μέρα, και κανείς να μην τολμά να διαμαρτυρηθεί. Και καλά να ‘ναι καφετέρια, μπαράκι, ή beach bar, γίνεσαι απλά λίγο πιο νευρικός απ’ τους καφέδες, αλκοολικός απ’ τα υποβρύχια και γκάγκανο απ’ τον ήλιο. Αν, όμως, είναι φαγάδικο, έχεις ήδη τσιμπήσει πέντε κιλάκια κι εσύ και τα φιλαράκια σου. Χαλάλι σου!

Κανονίζετε ώρα κι ανυπομονείς, έχεις τσεκάρει πια και τις βάρδιες και ξέρεις πάνω-κάτι τι ώρες είναι εκεί. Και κάθε φορά που πλησιάζετε στον χώρο που δουλεύει το εν δυνάμει αμόρε (κατά το ήμισυ τελειωμένη υπόθεση, εσύ θες) ξεκινά εκείνη η ταχυπαλμία και το σφίξιμο στο στομάχι, που μαζοχιστικά τα απολαμβάνεις, ενώ αυτόματα αποκτάς και το χαρακτηριστικό χαμόγελο του καψούρη -ξέρεις, αυτό που κολλάει εκεί και δε φεύγει για κανέναν λόγο, σαν να ‘χεις κάνει αποτυχημένο botox.

Μπαίνετε στο μαγαζί κι εσύ σπεύδεις να τσεκάρεις το περιβάλλον, σαν γύπας που παραμονεύει το θήραμά του, προκειμένου να βρεις τραπέζι στο πόστο του έρωτά σου, ή έστω κάπου που θα ‘χεις το κατάλληλο οπτικό πεδίο. Μόλις το εντοπίσεις, τρέχεις σαν αίλουρος να το πιάσεις, μην προλάβει άλλη παρέα κι έχουμε δράματα.

Κάθεστε επιτέλους και το πρόσωπο έρχεται προς το μέρος σας να πάρει παραγγελία. Έχεις αλλάξει όλα τα χρώματα που υπάρχουν, ενώ ο χρόνος παγώνει. Από πάνω σου εμφανίζεται συννεφάκι που δείχνει εσένα κι εκείνο το πλάσμα να τρέχετε σε slow motion στην ακρογιαλιά, με αντίστοιχα αισθησιακή μουσική υπόκρουση. «Καλησπέρα. Τι θα πάρετε»; Σκάει το συννεφάκι κι επανέρχεσαι στην πραγματικότητα. Αρχίζουν οι πρώτες κλοτσιές και τα σκουντήματα κάτω απ’ το τραπέζι μεταξύ σας, σαν συνθηματικό. Παραγγέλνεις όπως-όπως κι εννοείται αποφεύγοντας την απευθείας οπτική επαφή, λες και θα δει την καψούρα στα μάτια σου και θα προδοθείς.

Μόλις απομακρυνθεί αρκετά απ’ το τραπέζι, αρχίζεις, «Παιδιά, είδατε πώς με κοίταξε; Διαφορετικά απ’ το αδιάφορο βλέμμα που σας έριξε. Με θέλει, τελείωσε.» Άλλοι γελούν και σε προτρέπουν να κλείσεις ένα ραντεβού σε οφθαλμίατρο, αφού τίποτα αλλιώτικο δεν είχε το βλέμμα του ανθρώπου, κι άλλοι –πιο ρομαντικοί κι ονειροπόλοι– συμφωνούν και σιγοντάρουν τον ενθουσιασμό σου.

Περνάει η ώρα, με εσένα να μην ξεκολλάς τα μάτια και τη σκέψη σου απ’ το άτομο που σε ενδιαφέρει, πετώντας πού και πού εκπληκτικές και ταυτόχρονα άστοχες ατάκες του τύπου: «Είδατε; Ήρθε να μαζέψει το τραπέζι δίπλα μας δύο φορές. Επίτηδες το έκανε. Είναι ολοφάνερο, με θέλει!» Το ότι έχει μόνο δύο χέρια είναι αδιάφορες λεπτομέρειες. Εσύ κάτι θα βρεις για να αποδείξεις, και καλά, την ανταπόκριση.

Και κάπως έτσι, μετρώντας εκεί ώρες ατελείωτες, γεμίζοντας κι αδειάζοντας ποτήρια, αν απ’ τη φύση σου δεν το ‘χεις και πολύ με τη διακριτικότητα, δεν αργεί το πρόσωπο να σε πάρει χαμπάρι. Δεν είναι και δύσκολο, βέβαια, αφού σαν άλλη Μόνα Λίζα έχεις καρφωθεί πάνω του με βλέμμα αινιγματικό. Κι ίσως κι ο άλλος, από αμηχανία ή κι ενδιαφέρον να σου χαρίσει ένα χαμόγελο. Για να κοκκινίσεις, να σαστίσεις και να φλερτάρεις με το εγκεφαλικό μέχρι να ανταποδώσεις. Μόλις συνέλθεις θα αρχίσεις να ρωτάς τα φιλαράκια σου τι προσκλητήρια να διαλέξεις, για να φας μια ακόμη συνθηματική κλοτσιά και να ‘ρθεις στα ίσια σου.

Ασφαλώς, και για όσο είστε εκεί δε λες λέξη, αν το θέμα δεν αφορά το πόσο ωραία σερβίρει ή χτυπάει τα κοκτέιλ και πόσο όμορφα μάτια έχει το κόλλημά σου. Μέχρι να βαρεθεί κι η παρέα σου να σ’ ακούει, να σ’ απειλήσει πως την επόμενη δε θα ‘ρθουν μαζί σου και να τους αφήσεις να αρθρώσουν καμιά λέξη.

Έτσι κυλά η έξοδός σας, που περισσότερο μοιάζει με παρακολούθηση, κι αφού περάσει τουλάχιστον κάνα τρίωρο, να χορτάσεις οφθαλμόλουτρο, καταφέρουν να σε πείσουν να φύγετε, με εσένα να σέρνεις τον βηματισμό σου αποχωρώντας και να αποχαιρετάς το πρόσωπο, αποκαλώντας το από μέσα σου «μωρό σου».

Ένα φιλικό χτύπημα απ’ κολλητάρια σου, αφού κι αύριο μέρα είναι, κι ίσως βρεις το θάρρος να κάνεις μια κίνηση, κάνοντάς σου το χατίρι κι ανανεώνοντας το ραντεβού σας για την επόμενη.

Ο έρωτας με την ελπίδα, ένα τσιγάρο δρόμος…

 

Συντάκτης: Μαρία Πακιακιό
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη