%ce%b9%ce%b3%ce%b8%ce%b9%ce%bb%cf%85%ce%b3%ce%b9%ce%b3

Τις αγαπώ τις νύχτες γιατί καταλαβαίνουν και στηρίζουν την τρέλα μου. Κι όχι μόνο την αποδέχονται αλλά την ενισχύουν με τον τρόπο τους. Βλέπεις είναι αυθεντικές, ειλικρινείς, με πάθη, όνειρα κι ελπίδες, απαλλαγμένες από τις ταμπέλες και τα δάχτυλα που δείχνουν, της ημέρας.

Έχουν απαρνηθεί τα κοινωνικά κουστούμια που τους έραψαν, τάχα πως τους ταιριάζουν και τόλμησαν να μείνουν γυμνές, σοκάροντας τους δήθεν ευπρεπείς. Ούτε σ’ εμένα αρέσουν τα εν λόγω κουστούμια, με στενεύουν, ασφυκτιώ κι υποφέρω. Γι’ αυτό τις επέλεξα και θα τις επιλέγω χωρίς ενδοιασμό κάθε φορά.

Ξέρουν ακόμα, πως αγαπώ τα σκοτάδια μου γιατί τα έχω αποδεχθεί όλα, ένα-ένα και δεν τα φοβάμαι όπως οι πολλοί. Κι αυτό το δέχονται, αλλά όχι με εγωισμό κι έπαρση, έχοντας στον νου τους να με κρατήσουν για πάντα σ’ αυτά, αλλά δίνοντάς μου την ελπίδα ότι ξημερώνει και θα βρεθώ στο φως και πάλι κι ας με χάσουν εκείνες έπειτα. Θα περιμένουν στωικά μην τύχω στην ανάγκη τους ξανά.

Και κάθε φορά που βυθίζομαι, με αγκαλιάζουν με υπομονή και μου επιτρέπουν να ξεσπάσω, χωρίς να με κρίνουν και να με κατηγορούν. Μπόρα κι αυτή, αύριο θα χαθεί. Μια μπόρα που έχει όνομα και λέγεται «αναμνήσεις». Κι είναι ύπουλη, αφού η ρημάδα πάντα ξεσπάει τις νύχτες, γιατί ξέρει πως με συμπονούν και κάπου θα λυγίσουν και θα παρασυρθούν μαζί μου. Μα οι νύχτες πάντα, στο τέλος, με δικαιώνουν και προσπαθούν με κάθε τρόπο να με παρηγορήσουν. Γιατί τα άσχημα συμβαίνουν πάντα νύχτα, μα και τα πολύ ωραία επίσης.

Κι αν δεν πιστέψω στα λόγια τους, θα επιστρατεύσουν τα μεγάλα μέσα για να με πείσουν. Τότε λοιπόν και μόνο, ντύνονται, αλλά με το δικό τους κουστούμι, που έραψαν στα μέτρα τους, αυτό το σαγηνευτικό, το ποτισμένο με το μαγευτικό τους άρωμα, για να με καταφέρουν να παραδοθώ, για το καλό μου. Ένα άρωμα που μοσχοβολάει όνειρα, όπως τ’ αποκαλούν και μπορείς να χτίσεις κόσμους στην ελπίδα τους. Μα θα μου πεις, τα όνειρα τα βλέπεις όταν κοιμάσαι. Ναι, αλλά τα ζεις μόνο όσο είσαι ξύπνιος. Κι αυτό οι νύχτες το ξέρουν πολύ καλά.

Βάλλονται να με κατακλύσουν με δαύτα για να ξορκίσουν κάθε ανάμνηση που με μπερδεύει και με αποπροσανατολίζει. Κι όσο κι αν, αρχικά, αντιστέκομαι, τελικά θα παρασυρθώ στην όμορφη δίνη τους, με μάτια ανοιχτά, να ονειρεύομαι κόσμους ιδανικούς, γεμάτους γνήσια κι αυθεντικά συναισθήματα που δεν τρέχουν να κρυφτούν γεμάτα ντροπή. Σκέφτομαι κόσμους γεμάτους ευτυχία, απαλλαγμένους από ταμπέλες και κουστούμια στα μέτρα άλλων. Μένω να χτίζω σύμπαντα, πλημμυρισμένα έρωτα και πάθη, όπως τους αρμόζει κι όχι όπως η μέρα τα ευτέλισε.

Και τότε ηρεμώ, γαληνεύω και δε φοβάμαι πια να ξημερώσει, γιατί είδα την άλλη πλευρά να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου. Δεν μπορεί να ήταν ψέμα, έμοιαζαν όλα τόσο αληθινά και σωστά. Τότε, κλείνω τα μάτια, ήσυχη, ξέροντας πως ένα πρωί που θα τ’ ανοίξω ξανά, θα συνεχίσω να ζω στο ίδιο όνειρο που βρέθηκα το προηγούμενο βράδυ. Ίσως αυτό το πρωινό ν’ αργήσει να ξημερώσει, το ξέρω, όμως δε σκάω γιατί έως τότε θα ‘χω για συντροφιά τις νύχτες μου.

 

Συντάκτης: Μαρία Πακιακιό
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου