Σε μια βεράντα ή ένα οικογενειακό τραπέζι μια θεία, γιαγιά ή γειτόνισσα μας είπε τον καφέ. Συνήθως αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή με τη μαντεία. Αν πάμε πίσω στα αρχαία χρόνια θα δούμε πως ο Σωκράτης πίστευε πως η μαντική μπορεί να κατακτηθεί από όλους μέσω της αυτογνωσίας. Δηλαδή, της ανάλυσης των δεδομένων καταστάσεων και των εμφανών λύσεων, που αρκετές φορές εθελοτυφλώντας αγνοούμε.

Όμως αλήθεια γιατί οι άνθρωποι καταφεύγουν σαν μανιακοί σε καφετζούδες όταν νιώσουν πως το καράβι της σχέσης τους μπάζει νερά; Γιατί μια άγνωστη ή ένας άγνωστος πίσω από ένα τραπέζι με σφαίρες, μάτια, πυραμίδες και κεριά μπορούν να ξέρουν το μέλλον της δικής μας εκάστοτε σχέσης ή ακόμη το μέλλον της επαγγελματικής μας σταδιοδρομίας;

Μήπως καταφεύγοντας εκεί ουσιαστικά αγοράζουμε για μια ώρα έναν ακροατή, που στην τελική θα μας δώσει όλη την απαραίτητη προσοχή για να μπορέσει να μας συμβουλεύσει; Ίσως να ‘ναι ένας απ’ τους βασικούς λόγους. Ένας άγνωστος που στα χέρια μας φαντάζει ο Άγιος Βασίλης, μόνο που αντί για δώρα κρατά απαντήσεις κι ενδεχόμενες λύσεις.

Η μοναξιά, η αμφιβολία κι η περιέργεια σου βάζουν το ακουστικό στο χέρι για ένα ραντεβού. Μεταξύ μας, κάθε μελλοντολόγος που σέβεται τον εαυτό του θα σου αναφέρει άτυχες στιγμές του παρελθόντος, ένα θάνατο που ίσως σε στιγμάτισε, επιτυχίες ή αποτυχίες καθώς και πισώπλατες μαχαιριές απ’ το φιλικό σου περιβάλλον. Θα σου κοτσάρει κι ένα γράμμα που βλέπει (αυτό του ονόματος που επαναλαμβάνεις) και θα σου πετάξει κι έναν αριθμό∙ ίσως το 3, λέγοντάς σου πως σε τρεις ώρες, τρεις μήνες ή τρία χρόνια κάτι θα συμβεί.

«Χαίρω πολύ, μας φώτισες» λες μετά όταν το σκεφτείς αργότερα με καθαρό μυαλό. Εκείνη τη στιγμή όμως βλέπεις απέναντί σου ένα σωτήρα. Που ξέρει αν το άλλο σου μισό σκέφτεται να σε χωρίσει ή αν το βράδυ ανταλλάσσει κρυφά μηνύματα με πρώην ή επόμενους. Λες κι οι μελλοντολόγοι έχουν βάλει κάμερες στη ζωή μας και βλέπουν την κασέτα όταν τους επισκεφτούμε.

Κι ύστερα κρύβεται ένα τεράστιο ρίσκο. Ένας αγώνας αυθυποβολής στον εαυτό μας με τη συμπερασματική συμβουλή που πληρώσαμε για να λάβουμε. Μια εμμονική επανάληψη στο μυαλό μας μέχρι να το προκαλέσουμε και να ησυχάσουμε. Και χωρίς να το καταλάβουμε θα πούμε κιόλας πως είχε δίκαιο, χωρίς καν να δούμε πόσο πολύ βάλαμε το χεράκι μας για να έρθει αυτό το αποτέλεσμα. Η αιώνια δίψα του ανθρώπου να μάθει τι τον περιμένει. Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Τι θέλει από εμάς εκείνη η νέα γνωριμία που ήρθε στη ζωή μας;

Τα φύλα δάφνης που μασούσαν στους Δελφούς μπορεί να μην υπάρχουν σήμερα, καθώς πλέον αποφεύγουν τέτοιους οικολογικούς τρόπους μελλοντολογίας. Η ανάγκη του ανθρώπου, όμως, να νιώσει για λίγα λεπτά παντογνώστης και να δει πέρα απ’ το παρόν του διαχρονικά παραμένει. Ένα κράμα ανασφάλειας, απελπισίας –που συνοδεύει τα υποψήφια τέλη και τα αδιέξοδα και ποτέ δεν είναι καλή σύμβουλος–, ευπιστίας κι απογοήτευσης μας οδηγούν σε τέτοιες απεγνωσμένες κινήσεις. Περιμένουμε έναν από μηχανή θεό που θα μας σώσει εκθέτοντας τον εαυτό μας σε επιτήδειους.

Αν το μέλλον μπορούσε να προβλεφτεί θα αποφεύγαμε πολέμους ή τόσους άδικους θανάτους κι αφού ο κόσμος μας δε σταματά να καταστρέφεται, εμείς γιατί πιστεύουμε πως ένας καφές, μια τράπουλα ή μια γυάλινη σφαίρα θα κρατήσουν τον Κώστα ή τη Μαρία κοντά μας; Η ζωή μας είναι μόνο στα δικά μας χέρια και τη μοίρα μας την ορίζουμε εμείς. Όσοι χαρισματικοί ή τσαρλατάνοι κι αν βρίσκονται ανάμεσά μας, την πορεία μας την σχεδιάζουμε μόνοι μας.

 

Συντάκτης: Χριστιάνα Παν
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη