Αλλάζει ο καιρός. Αν τεντώσεις τώρα το δάχτυλο έξω απ’ το παράθυρο, το διαπιστώνεις κι επί τόπου. Είναι που την τρώμε την άνοιξη σιγά-σιγά σαν τούρτα σοκολάτα-μπανάνα με το κουτάλι. Είναι που το καλοκαίρι σε περιμένει στη γωνία με μπουγέλο.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανοίγεις τις ντουλάπες να βάλεις μια τάξη. Στα πάνω ράφια, εκείνα που δε φτάνεις χωρίς καρέκλα, βολεύεις τα χειμωνιάτικα που χρησιμοποιούσες όλον αυτό τον καιρό. Ύστερα, απλώνεις τις ζελατίνες στο κρεβάτι και τις ανοίγεις μία-μία, με τον ίδιο ενθουσιασμό κάθε χρόνο.

Ανοίγεις τις ζελατίνες και βγάζεις από μέσα τις συνήθειες της νέας σεζόν, μυρωδάτες από άνοιξη και καλοκαίρι. Όλες εκείνες τις μικρές σου συνήθειες, που ενεργοποιούνται ξανά με χρονοδιακόπτη κι όταν τις συνειδητοποιείς στην καθημερινότητά σου, νιώθεις ότι ο καιρός όντως αλλάζει.   

Το καλοκαίρι στην πραγματικότητα αρχίζει την πρώτη φορά που θα πλύνεις το μπαλκόνι, επειδή θες να κάτσεις έξω. Ας συμφωνήσουμε όλοι από τώρα ότι το να πλένεις το μπαλκόνι είναι άκρως βαρετή δουλειά σπιτιού κι αν υπάρχει ένας λόγος να την κάνεις, τότε είναι αυτός.

Αγαπημένη συνήθεια, λοιπόν, τα μπαλκόνια. Περπατάς στο δρόμο προς το σπίτι μετά τη δουλειά κι ακούς τα πιρούνια και τα πιάτα, ο κόσμος έχει αρχίσει να τρώει έξω. Σταδιακά προστίθενται και μυρωδιές· κολοκυθάκια τηγανιτά, αγγουράκι, μπίρα, καρπούζι. Μπόνους τα πιτσιρίκια να φτύνουν κουκούτσια στους περαστικούς.

Αν πάλι κανονίσεις να βγεις έξω, μπορείς να «πάρεις» το μπαλκόνι σου μαζί σου. Η πόλη έχει γεμίσει μ’ ανθισμένες ταράτσες κι αυλές. Ή του ύψους ή του βάθους, πάντως ό,τι και να επιλέξεις απ’ τα δύο, αρχίζεις να βάζεις λίγο χωριό κι εξοχή στην πόλη σου, όπως ακριβώς αρχίζεις να βάζεις τον πάγο στον καφέ σου.

Καφές κι ύπνος. Οι δύο στυλοβάτες της κοινωνίας των ανθρώπων. Το άλφα και τ’ ωμέγα της μέρας μας. Η αρχή και το τέλος της. Χωρίς αυτά δε θα είχαμε μέλλον σαν είδος. Είναι απ’ τα πρώτα πράγματα που επηρεάζονται απ’ την αλλαγή της εποχής. Ο καφές γίνεται δροσιστικός, να καλμάρει αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Ο ύπνος γίνεται με λιγότερα ρούχα και σκεπάσματα μέχρι που καταλήγεις να κοιμάσαι πια με το βρακί και να σκέφτεσαι ότι –τουλάχιστον– έναν ληστή θα τον σταματούσε η θέα απ’ το γυμνό σου τουλουμπάκι.

Αρχίζεις να μην ξέρεις πώς να ντυθείς. Στο μυαλό σου επικρατεί μια σύγχυση κι αυτό αποτυπώνεται στις στιλιστικές σου επιλογές. Μπλέκεις καλοκαιρινά με χειμωνιάτικα, άλλο ρούχο χρειάζεσαι το πρωί με τη ζεστούλα κι άλλο το βράδυ που πιάνει ψύχρα. Μπαίνεις στο μετρό και κοιτώντας τα πόδια σου αφηρημένα με τη μουσική στ’ αυτιά σου, παρατηρείς ότι εσύ φοράς σανδάλι κι η διπλανή μπότες. Αυτή η εποχή του χρόνου είναι χίπικη κι αρνείται να υιοθετήσει dress code.

Πολλές μέρες μένεις μέχρι το βράδυ έξω και γι’ αυτό δυσκολεύεσαι να ντυθείς. Άλλο ένα μικρό κάτι που κάνεις διαφορετικά καθώς αλλάζει ο καιρός. Η μέρα μεγαλώνει όσο πάει. Τελειώνεις δουλειά κι έχεις περισσότερη όρεξη να τριγυρίσεις σε κάποιο μπαράκι ή τσιπουράδικο για μεζέ παρά να χωθείς στο σπίτι να χουχουλιάσεις. Θες γύρα. Έξω έχει ακόμα φως.

Αν γυρίσεις σπίτι πάντως, κάνεις και πάλι τη μικρή προσωπική σου επανάσταση. Δε φοράς παντόφλες. Στην πραγματικότητα τις έχεις καταργήσει. Περπατάς ξιπόλητος, ν’ ακούγεται το «πλατς» στο πλακάκι, να δροσίζεται το σώμα.

Μέχρι και πλευρά στο κρεβάτι θα σε κάνει ν’ αλλάξεις αυτό το σύνδρομο. Το σύνδρομο ν’ αναζητάς το κρύο και στις πιο απίθανες γωνιές. Έτσι, βρίσκεσαι να κοιμάσαι αγκαλιά με τον τοίχο, να μιλάς στο τηλέφωνο μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του ψυγείου και να γράφεις εργασία με τον ανεμιστήρα να σου μπερδεύει τη σειρά απ’ τις σελίδες.

Αλλάζει ο καιρός. Το λέει ο Αρνιακός πριν μας ευχηθεί  να έχουμε ένα όμορφο βράδυ στη λήξη του δελτίου καιρού. Το λένε οι κλειδώσεις της γιαγιάς σου που τρίζουν και πονάνε. Μα πάνω απ’ όλα στο λένε οι μικρές συνήθειές σου, εκείνες που χαίρεσαι να καλωσορίζεις μετά από μακρά απουσία ενός χειμώνα.

Αν είσαι παιδί, όπως κι εγώ και γιορτάζεις την κατανάλωση του πρώτου παγωτού της χρονιάς μ’ επέτειο και δέουσες τιμές, έλα να παραβγούμε. Εσύ πόσα παγωτά έχεις φάει από τότε που ζέστανε;

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαίρης Ρήγα: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μαίρη Ρήγα