Ρωτώντας πας στην Πόλη αλλά μαθαίνεις και πράγματα που κανένα google ποτέ δε θα σου πει. Μυστικά μαντζούνια, ερωτήσεις κάπως άβολες ή αδιάκριτες, απορίες για τις μεγάλες ώρες, τιπς για τη δουλειά ή συνταγές ξεχασμένες, ό,τι δεν ήξερες ότι ήθελες να μάθεις, θα στο πουν τα μικρά μας ρεπορτάζ.

 

Μοιράζεται μας η Ρεβέκκα Κωνσταντίνου.

Τα ομορφότερα παιδικά καλοκαίρια τα περνούσα στον Διόνυσο στην κατασκήνωση του ΤΥΠΕΤ. Ένας μαγικός κόσμος. Στη θύμηση της κατασκήνωσης, μόνο έντονη γλύκα και συγκίνηση μπορώ να νιώσω. Χιλιάδες εικόνες περνούν από μπροστά μου κάθε φορά που ακούω τη λέξη ΤΥΠΕΤ. Τι να πρώτο θυμηθώ; Τις μονοήμερες κρουαζιέρες στα νησιά που μας πήγαιναν, το Waterpark; Τις εξορμήσεις με τους γυμναστές με τα ποδήλατα έξω στη φύση ή τα ψώνια στο ΜΙΝΙΟΝ και τις βόλτες στην Ακρόπολη; Τις συναυλίες ή τα βραδινά πάρτι με χορό και τρελά; Τις ατέλειωτες ώρες συζητήσεων μέχρι τις πρωινές ώρες; Τα πρωινά που περνούσαμε στην πισίνα;

Αυτά τα καλοκαίρια ήταν τα καλύτερα γιατί είναι ωραίο να ξυπνάς με ανθρώπους που ένιωθες σαν αδέρφια και που μέχρι και σήμερα μπορείς να εμπιστευτείς. Εκεί βιώναμε τη ζωή πρόσωπο με πρόσωπο, ζεστή, χρωματιστή, με υπέροχους ήχους. Εκεί απόλαυσα άπειρα ηλιοβασιλέματα κι είδα τόσες φορές τον ουρανό γεμάτο άστρα όσο μιλούσα, γελούσα ή έπαιζα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από το δάσος, τη φύση και τους μοναδικούς ήχους που αφήνει η νύχτα. Γιατί άκουσα τόσα τραγούδια εκεί, αλλά τραγούδησα  κι εγώ μπροστά σε μια φωτιά παρέα με την κιθάρα που πάντα υπήρχε. Πήρα αγκαλιές, έζησα έρωτες, έκανα «αδέρφια» που με βοήθησαν να ξεπεράσω κάθε δυσκολία.

 

Μας εξομολογείται η Αγγελική Τσαγκαράκη. 

Τα καλοκαίρια στο χωριό πάντα θα μένουν μέσα μου με νοσταλγία. Ένας μικρός οικισμός λίγο έξω από την πόλη του Ρεθύμνου, αρκετά κοντά ώστε να πεταγόμαστε για βόλτες και παραλίες, αρκετά μακριά ώστε να μπορούμε να ζούμε τη χαρά του χωριού. Μπουγέλα στις αυλές με λάστιχο κήπου, γόνατα μονίμως γρατζουνισμένα από τις τρέλες με τα ποδήλατα, παιχνίδια στην πλατεία. Κάθε μου καλοκαίρι σημαδεμένο από αμέτρητα γέλια, ακίδες στα χέρια, αυτοσχέδια σπιτάκια στα χωράφια με κλεμμένα σεντόνια από τις μανάδες μας, εξορμήσεις στα γύρω εγκαταλελειμμένα σπίτια και μια γιαγιά διαρκώς από πίσω να μας ταΐσει ψωμί με μαρμελάδα κι αυτό στο ποτηράκι.

 

 

Θυμάται η Ζηνοβία Τσαρτσίδου

Tα πιο ωραία καλοκαίρια τα πέρασα σε μια μικρή παραλία στη Χαλκιδική κάνοντας βουτιές με τα αδέρφια μου. Η θεία μου έμενε εκεί και και κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε να τη δούμε. Για μένα αυτή ήταν η εποχή που είχα επιτέλους την ελευθερία να τρέξω, να παίξω, να φάω παραπάνω γλυκά και να κάνω νέους φίλους στην άμμο -φίλους που πάντα περίμενα να συναντήσω και την επόμενη χρονιά. Στη θάλασσα κάναμε πυργάκια, τρώγαμε καρπούζι, τρέχαμε μακριά από τη μητέρα μας για να μη μας φορέσει αντηλιακό και τραγουδούσαμε ζουζούνια φωνάζοντας μέχρι να πάει αργά το απόγευμα και να μας μαζέψουν σπίτι για φαγητό, μπάνιο και ύπνο.

 

 

Γράφει ο Π.

Από τα πιο όμορφα καλοκαίρια που θυμάμαι να έζησα, εκείνο του 2013 ήταν το πιο ιδιαίτερο. Ήμουν 12 χρόνων και πέρασα με τους γονείς με του και τα αδέρφια μου τις διακοπές μας στο κάμπινγκ. Καθίσαμε για 2 βδομάδες και πίστεψα ότι ήταν 2 μέρες. Είχα μαγευτεί από τη φύση γύρω μου κι εντυπωσιάστηκα από το πόσο γρήγορα αποκτήσαμε σχέσεις με τους «γείτονες» και τα δικά τους παιδιά. Κάθε πρωί πηγαίναμε για μπάνιο στην παραλία και έπαιζα με τα κύματα μέχρι να βγω έξω και να παίξω με τα υπόλοιπα παιδιά. Το απόγευμα περίμενα τη βόλτα στην αγορά για παγωτό και το βράδυ είμαι πεπεισμένος πως έκανα τον καλύτερο ύπνο μέσα στη σκηνή.

Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου