Το 1974, στη Νάπολη, σε μία από τις πρώτες της περφόρμανς, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς αναμετρήθηκε με τη βία. Ή μάλλον με τον άνθρωπο. Στο πρότζεκτ που ονομάστηκε Rhythm 0, παρέμεινε ακίνητη, δεμένη σαν μαριονέτα επί έξι ώρες, σε μία γκαλερί. Δίπλα, πάνω σε ένα τραπέζι, 72 αντικείμενα. Στοργής και πόνου. Φροντίδας και βασανισμού. Ένα φτερό, βαμβάκι, μέλι, ένα λουλούδι, ένα μαστίγιο, αλυσίδες, μαχαίρια, ξυράφια, ένα γεμάτο όπλο… Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να επιλέξουν όποιο ήθελαν και να το χρησιμοποιήσουν πάνω της κατά το δοκούν. Φροντιστικά, ερωτικά, κακοποιητικά… Κανένα όριο. Καμία κόκκινη γραμμή.

Αρχικά, το κοινό ήταν διστακτικό. Όταν κατάλαβαν πως δεν υπήρχαν συνέπειες, η βία κλιμακώθηκε. Τη χτύπησαν, τη χάραξαν, την πόνεσαν. Λίγοι τη χάιδεψαν ή φρόντισαν μία από τις πληγές της. Η περφόρμανς ολοκληρώθηκε με ένταση, όταν κάποιος θεατής έστρεψε το όπλο πάνω της. Η ίδια δήλωσε ότι την επόμενη μέρα ξύπνησε με άσπρες τρίχες στα μαλλιά της, που πριν δεν υπήρχαν.

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν όλα του επιτρέπονται; Το Rhythm 0 αποτελεί, ακόμη και σήμερα, ένα κοινωνικό πείραμα για τη βία, την ηδονή, το όριο και το τέρας που κρύβουμε (;) μέσα μας.

Γιατί, αφού είμαστε έλλογα όντα, επιλέγουμε τη βαρβαρότητα; Κάποιος θα απαντούσε: λόγω αρχέγονων ενστίκτων. Ή επειδή η βία αποτελεί ένα μέσο εξουσίας κι ελέγχου. Μπορεί επειδή δεν έχουμε επιλογή. Γίνεται; Να μην έχουμε; Κι όταν έχουμε; Και, αλήθεια, είναι το ίδιο να θανατώνεις και το ίδιο να βασανίζεις μέχρι θανάτου; Η ηδονή της βίας. Είτε ως θύτης είτε ως θεατής.

Βία. Ψυχική, λεκτική, σεξουαλική, θρησκευτική, βία καθημερινή, αυτή της επιβίωσης. Μορφές που οφείλονται σε πολλούς και διαφορετικούς κοινωνικοπολιτικούς λόγους και μορφές που, αν όλα τα μέρη συμφωνούν, γίνονται αποδεκτές. Βία συνειδητή ή ασυνείδητη. Βία σωματική. Ωμή, σοκαριστική, σαν αυτή στην ταινία Το μίσος του Ματιέ Κασσοβίτς. Όταν ο Βενσάν Κασέλ λιώνει το κεφάλι ενός ανθρώπου με έναν πυροσβεστήρα ή εκείνη που περιγράφει ο Γκόλντινγκ στον Άρχοντα των μυγών.

Θέατρο, λογοτεχνία, εικαστικά… προσπαθούν να σταθούν με διαφορετικούς τρόπους ενώπιόν της. Από τη μία, ο Κουνέλλης με μία βία υπόκωφη κι εσωτερική, χωρίς ίχνος αίματος, στο έργο Μαύρα παλτό. Μόνο άδεια αμπέχονα που κρέμονται από τσιγκέλια. Μόνο; Κι από την άλλη, ο Ρέμπραντ στην Τύφλωση του Σαμψών από τους Φαρισαίους, με μια βία γυμνή κι ωμή. Η τέχνη στέκεται δίπλα, απέναντι, μέσα στη φρίκη. Προβληματίζει και, με έναν τρόπο, καταφέρνει να παίρνει αποστάσεις χωρίς να την κανονικοποιεί, όπως κάνουν η τηλεόραση (οι ειδήσεις κυρίως) και τα σόσιαλ. Τα μίντια έχουν αποφασίσει ότι η βία εξυπηρετεί. Κι ενώ φαινομενικά την κατακρίνουν, την προβάλλουν επίτηδες, άκριτα, σε όλες τις εκφάνσεις της.

Τι βλέπουμε σε μία εικόνα που ένα κινητό ηδονικά τράβηξε για να αναμεταδώσει, πέρα από αυτό από το οποίο τελικά είμαστε φτιαγμένοι (κόκαλα, τρίχες, δόντια, αίμα); Όταν το λαχάνιασμα τελειώσει και μπροστά μας κείται το σφάγιο, τι αισθανόμαστε παρακολουθώντας (ή πράττοντας) μία βιαιοπραγία;

Παρακολουθώντας το «απαγορευμένο», κάτι σκιρτά μέσα μας. Ταυτιζόμαστε με τον βασανιστή. Τον εξουσιαστή. Είναι ένας τρόπος να πάρουμε τη θέση του χωρίς επιπτώσεις. Μέσω εκείνου γινόμαστε θύτες. Εκείνοι που για μία στιγμή επιβάλλουν την κυριαρχία. Χτυπάμε και εξουσιάζουμε νόμιμα με τα χέρια άλλου. Ο βλέπων ηδονίζεται με τη συνθήκη. Έκσταση κι αδρεναλίνη. Δεν είναι η πραγματικότητά μας, οπότε αποκτάμε άλλοθι. Δεν συμμετέχουμε. Φαντασιωνόμαστε. Σαν την απιστία. Είσαι άπιστος στο φαντασιακό; Όταν η πράξη δεν εκτελείται;

Ο πόνος του άλλου γίνεται η δική μας ηδονή. Αυτοπροσδιοριζόμαστε και ταυτόχρονα ανακουφιζόμαστε που δεν είμαστε εμείς εκείνοι που υποφέρουν. Σε όλο το φάσμα της βίας, ο καθένας βλέπει μία κρυφή (ή όχι και τόσο) εκδοχή του εαυτού του.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αξιοποίησε τον ηλεκτρισμό. Με αυτόν έφτιαξε και την ηλεκτρική καρέκλα. Ηδονικά, πίσω από το τζάμι, παρακολουθούμε την εκτέλεση. Όλα τα βασανιστήρια, ανθρώπινη επινόηση. Περίεργη χρήση του επιθέτου «ανθρώπινος»… Πλέον, χωρίς ντροπή, μελετάμε τη βία και την αρχιτεκτονική της, σχεδιάζοντας πόλεις που προδιαθέτουν να την επιλέξεις, ευνοώντας τον αποκλεισμό. Καθορίζοντας ποιος χωράει και ποιος περισσεύει. Βασανίζουμε ζώα, απλά επειδή μπορούμε…

Έχουμε τελικά επιλογή; Η υπερέκθεση οδηγεί σε περισσότερη βία; Η ηδονή ενυπάρχει ούτως ή άλλως; Κι αν φοβόμαστε τόσο τον δικό μας πόνο, γιατί μας καθηλώνει ο πόνος του άλλου;

Τα χέρια χτυπάνε, πνίγουν, πληγώνουν, βασανίζουν, ζωγραφίζουν, ποτίζουν, χαϊδεύουν, φροντίζουν, φτιάχνουν γεμιστά. Όση κι αν είναι η ευχαρίστηση, φανερή ή κρυφή, ας επιλέξουμε αλλιώς. Ηδονή versus ηθική. Της βίας πάντα…

 

Συντάκτης: Ιωάννα Σκοτίδα