Είναι άνοιξη, ο ήλιος λάμπει και μια βόλτα, αυτή την εποχή του χρόνου, αρκεί για να δεις παντού ζευγαράκια. Πώς βγαίνουν τα σαλιγκάρια μετά από τη βροχή; Έτσι και αυτά. Αφήνουν πίσω τη ρουτίνα τους και βγαίνουν να ξεσκάσουν και να ξεχαστούν.

Εκτός όμως της ρουτίνας, ξεχνούν –επιτηδευμένα ή όχι– και το πώς είναι όταν βρίσκονται μέσα στο σπίτι. Εκεί που καλούνται να αντιμετωπίσουν την καθημερινότητά τους και τα προβλήματα της και να ανέχονται ο ένας τον άλλο εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.

Δε θα ακούσεις ποτέ σε εξωτερικό χώρο τη Μαρία να φωνάζει στον άντρα της: «Ρε Σωτήρη πάλι άφησες το καπάκι της τουαλέτας πάνω; Πόσες φορές σου έχω πει να το κατεβάζεις;», ούτε φυσικά τον Σωτήρη να της λέει: «Αμάν ρε Μαρία, πάλι λύσσα το έκανες το φαΐ» και η μια κουβέντα να φέρνει την άλλη μέχρι να καταλήξουν να ξεφωνίζουν ο ένας στον άλλο για κάθε τι άσχετο.

Ούτε φυσικά θα δεις ποτέ την Μαρία να τον πετάει έξω από το υπνοδωμάτιο επειδή έχει τα νεύρα της. Κι αν ο Σωτήρης μια μέρα μεθύσει και γυρίσει σπίτι και την κάνει τόπι στο ξύλο, μη μπορώντας να ελέγξει τον εαυτό του, ούτε αυτό θα το δεις.

Αντ’ αυτού, εσύ όταν βλέπεις τον Σωτήρη και τη Μαρία (και τον κάθε Σωτήρη και την κάθε Μαρία), χαμογελάς και τους φτύνεις από μέσα σου καθώς σκέφτεσαι πόσο ταιριαστό ζευγάρι είναι. Είναι η στιγμή που θα γυρίσεις να πεις στον κολλητό σου: «Ρε φίλε, δε χορταίνω να τους βλέπω μαζί. Είναι σαν να γεννήθηκαν ο ένας για τον άλλο». Γιατί έτσι δείχνουν.

Παίρνουν το σκυλάκι τους και κατηφορίζουν τον δρόμο α λα μπρατσέτα με δυο χαμόγελα καλά στερεωμένα στο πρόσωπό τους. Χαιρετούν τους πάντες χαρωπά και συνεχίζουν τον περίπατό τους. Συχνά πυκνά είναι καλεσμένοι σε κάποιο γάμο ή βάπτιση, όπου θα κάνουν την καλύτερη εντύπωση.

Όταν γυρίσουν σπίτι όμως και η πόρτα κλείσει, η Μαρία θα αρχίσει να του πετάει συσκευασίες μαργαρίνης και να ρωτάει ουρλιάζοντας ποια ήταν αυτή η ψηλή ξανθιά στης οποίας τον κώλο είχε καρφωθεί στην εκκλησία. Εκείνος θα απαντήσει κάνοντας κάποιο σχόλιο για τη σιλουέτα της και σύντομα πάλι θα επέλθει η ρήξη. Την άλλη μέρα όμως ο ένας από τους δύο θα κάνει πίσω και θα φτιάξει πρωινό να πάει στον άλλο στο κρεβάτι για να συμφιλιωθούν.

Δε λέω πως όλα τα ζευγάρια είναι έτσι. Αλλά σίγουρα δεν υπάρχει ζευγάρι που να είναι αρκετό καιρό μαζί και να μοιράζεται μάλιστα και την ίδια στέγη και να μην έχει προβλήματα. Απλώς αυτές οι σχέσεις είναι σαν τηλεοπτικά σόου. Στα παρασκήνια επικρατεί συνήθως ο κακός χαμός και όταν οι πρωταγωνιστές βγαίνουν στη σκηνή, όλα μοιάζουν τέλεια.

Οι προβολείς τονίζουν κάθε λεπτομέρεια. Το σόου πρέπει να είναι αψεγάδιαστο και να αρέσει στον κόσμο. Το ζευγάρι πρέπει να παρουσιάσει τον καλύτερο εαυτό του για να είναι αρεστό. Δε πρέπει να δίνει δικαιώματα να το σχολιάζει ο κάθε τυχάρπαστος που θα σπεύσει να κρίνει, χωρίς να κοιτάει πρώτα τη δική του κατάσταση.

Άλλωστε το λέει και η ελληνική παροιμία: «Τα εν οίκω, μη εν δήμω». Δεν υπάρχει λόγος να γνωρίζει ο καθένας λεπτομερώς τι γίνεται στη ζωή ενός ζευγαριού, εκτός και αν τα προβλήματα ξεπεράσουν κάθε όριο και χρειάζεται άμεση επέμβαση από κάποιον τρίτο, όπως στις περιπτώσεις λεκτικής ή σωματικής ενδοοικογενειακής βίας.

Κατά τ’άλλα, κάθε ζευγάρι κυκλοφορεί και δείχνει την εικόνα που θέλει να δείξει φορώντας επιμελώς όποια μάσκα του ταιριάζει καλύτερα. Ποια είμαι εγώ για να τους κρίνω; Ποιος είσαι εσύ για να τους κρίνεις; Μήπως όλοι δε βρεθήκαμε σε παρόμοια κατάσταση;

Άλλωστε ο κόσμος (και λέγοντας κόσμος εννοώ κι εσένα κι εμένα και το χ-ψ ζευγάρι) σχολίαζε, σχολιάζει και πάντα θα σχολιάζει. Δεν υπάρχει λόγος τα ζευγάρια να είναι έξω όπως και στο σπίτι τους, γιατί τότε θα είναι σαν να έχουν τον καθένα μέσα στο σπίτι τους, να παρατηρεί, να κρίνει, να σχολιάζει.

Όσα ξέρει ο νοικοκύρης λοιπόν, καλύτερα να τα ξέρει μόνο αυτός και όχι ο κόσμος όλος.

 

Συντάκτης: Μαριάννα Κουρούπη