Article of the day: Ο Παναγιώτης Λαμπρίδης αναλύει πόση σπλατεριά υπάρχει στα παραμύθια. Δες εδώ το άρθο! 

%cf%83%cf%88

Οι άνθρωποι επιβιώνουν μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις· τις χρειάζονταν αρχικά για να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν, όλοι είχαν ανάγκη τον άλλον, όποιος έμενε μόνος του ήταν καταδικασμένος να αφανιστεί. Κυνικά σχεδόν έπλασαν δεσμούς μεταξύ τους χρησιμοποιώντας ξύλινες κλωστές. Δεν άντεχαν πολύ όταν τις λύγιζαν αλλά ούτε κι όταν έπεφτε κάποιος κεραυνός πάνω τους, όμως ήταν φανεροί και τους δημιουργούσαν ένα αίσθημα ασφάλειας.

Κατάλαβαν έπειτα πως έπρεπε να βρουν κάποιο υλικό πιο σταθερό κι εύκαμπτο: έτσι ανακαλύφθηκε το μέταλλο. Τους πονούσε μα τους προστάτευε, δεν μπορούσαν να κινηθούν ελεύθερα μα ήξεραν πως όσο περισσότερο απομακρύνονταν ο ένας από τον άλλον, τόσο περισσότερο κινδύνευαν. Πέρασε ο καιρός και το παγωμένο ατσάλι το αισθάνονταν ξένο μέσα τους κι αυστηρό, γιατί τους έβαζε όρια που δεν επιτρεπόταν να σπάσουν. Γι’ αυτό έψαξαν να βρουν το μετάξι: κανείς δεν καταλάβαινε πώς ενωνόταν με τον άλλον, η αίσθηση ήταν ονειρική και απαλή, η λεπτεπίλεπτη κλωστή χόρευε στον άνεμο και τους παρέσερνε μαζί τους. Αντιλαμβάνονταν τη σύνδεση μεταξύ τους μονάχα όταν αυτό τεντωνόταν κι έσπαγε, εύκολα κι αυθόρμητα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν πως οι δεσμευτικές τους σχέσεις ήταν καταδικασμένες να είναι σχέσεις εξάρτησης κι έτσι απαίτησαν την ελευθερία τους!

Σημείο των καιρών; Αναγκαιότητα του ανθρώπινου γένους; Φόβος για περιορισμό της αυτοδιάθεσης; Οι άνθρωποι έχουν μια τάση να αποφεύγουν τις σχέσεις, προσδιορισμένες με τον χαρακτήρα της αποκλειστικότητας και να περιορίζονται σε ερωτικές συνευρέσεις δίχως δεσμεύσεις, υποσχέσεις αλλά και συναισθηματική επένδυση στον άλλον. Όλα αυτά προϋποθέτουν τη συναίνεση και των δύο εμπλεκόμενων σε αυτή την «ελεύθερη» σχέση, μα στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι αποδεδειγμένο πως κάποιος από τους δύο θα αναπτύξει αισθήματα. Αυτό θα οδηγήσει αυτόματα στην ερώτηση, που αυτός ο οποίος πρότεινε τη «συμφωνία» φοβάται περισσότερο από κάθε άλλη: «εμείς οι δύο τελικά τι είμαστε;».

 

 

Και τότε το σύμπαν του είναι έτοιμο να καταρρεύσει. Όμως μην ανησυχείτε. Το άτομο αυτό είτε περίμενε ή όχι αυτή την ερώτηση, έχει προετοιμαστεί ήδη για να βάλει τον άλλον να διαλέξει. «Θα είσαι μαζί μου με αυτόν τον τρόπο ή καθόλου.» Έτσι, αναμενόμενα ο ερωτευμένος θα υποκύψει, πιθανότατα εξαιτίας της ανάγκης του. Εάν επιμείνει, ίσως ο πρώτος δικαιολογήσει πως είναι χάσιμο χρόνου μια σχέση, έχει βολευτεί κάπως με αυτή την κατάσταση και δε χρειάζεται να περιπλέκονται τα σενάρια- το ζήτημα για εκείνον είναι να περνάτε και οι δύο καλά, σωστά;

Αποστασιοποιημένοι λίγο από την ψυχολογική φόρτιση που δημιουργείται κι αν επεξηγήσουμε τα επιχειρήματα, θα καταλάβουμε πως είναι αβάσιμα, όχι τόσο επειδή δεν έχουν κάποια ουσία μέσα τους, μα κυρίως επειδή είναι το μέσο για να μας επικοινωνήσει τους προβληματισμούς του, με έναν κάπως παράδοξο τρόπο. «Είναι χάσιμο χρόνου» γιατί φοβάται πως εκείνος είναι χάσιμο χρόνου, πως δεν αξίζει κάποιος να ασχοληθεί με αυτόν άρα ποιος ο λόγος να προσπαθήσει ο άλλος να ανακαλύψει κάτι που δε θα είναι ικανοποιητικό. Ενδόμυχα πιστεύει πως δεν αξίζει κάτι τέτοιο, μια υγιή σχέση με αμοιβαία κατανόηση και μοίρασμα. Η σταθερότητα τον τρομάζει γιατί μέσα στην αναταραχή μπορεί να κρυφτεί, δεν είναι ανάγκη να εμφανιστεί στον άλλον όπως πραγματικά είναι κι αυτό τον καθησυχάζει. Οπότε πάντα στέκεται ένα βήμα πίσω από τον άλλον, ένα βήμα πίσω από τον εαυτό του και περιμένει πότε θα ρωτήσει ο άλλος, πότε θα βαρεθεί, πότε θα δει πως θέλει παραπάνω από αυτό που θεωρεί πως μπορεί να προσφέρει. Περιμένει την φυγή για να επιβεβαιώσει τις ανασφάλειές του.

Κανείς θεωρητικά δεν πληγώνεται γιατί κι οι δύο είναι ήδη πληγωμένοι: ο ένας έχει πειθαναγκάσει τον εαυτό του πως είναι ανίκανος για κάτι παραπάνω από την παροδική συντροφιά κι ο άλλος τον ακολουθεί πιστά ελπίζοντας σε μια μεταστροφή κι αλλαγή των απόψεών του. Στο τέλος καταλήγουν και οι δύο μακριά, δίχως να έχουν αντιληφθεί τι πραγματικά κρύβεται πίσω από τις αποφάσεις τους.

Καλύπτοντας τις ανάγκες του με τις λέξεις της ανεξαρτησίας και της υπερνίκησης της μοναξιάς επιτρέπει στον εαυτό του να κρατήσει κρυφές τις πραγματικές του απαιτήσεις. Τη συντροφικότητα, τη βαθύτερη σύνδεση, την επικοινωνία, το αίσθημα της απελευθέρωσης που προσφέρει η παραδοχή της αλήθειας. Ο μικρός όμως παιδικός εαυτός που ζει μέσα του είχε μάθει να ικανοποιεί μονάχα τις ανάγκες των άλλων και με αυτόν τον εξουσιαστικό τρόπο θεωρεί μέσα του πως πλέον προβάλλει επιτέλους το «εγώ» του. Γίνεται φανερή η παρουσία του στον κόσμο. Αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αποφεύγει σθεναρά να προσδιορίσει τη φύση της σχέσης λόγω της πεποίθησής του πως θα δείξει ευάλωτος, θα εκτεθεί και τα άπειρα ελαττώματα που πιστεύει πως έχει θα αηδιάσουν τον άλλον και θα τον διώξουν μακριά του.

Πάντα φαίνεται πως πλησιάζει υπερβολικά κοντά στους άλλους, μα στην πραγματικότητα τους κοιτάει από μακριά, στενάχωρα μακριά. Αναβάλλει συνεχώς τις απαιτήσεις της καρδιάς του γιατί όταν ερωτεύεσαι, αφήνεσαι κι εκείνος είναι πολύ τρομαγμένος για να πετάξει από πάνω του όλες τις αμφιβολίες του μονομιάς.

Οπότε σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον. Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν. Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων (Τ. Λειβαδίτης). Οπότε πράγματι δεν παίρνει τίποτα γιατί φοβάται να δώσει μήπως του τραβήξει ο άλλος το χέρι πολύ γρήγορα, πάρει τα πάντα και φύγει. Τι θα μείνει για εκείνον μετά, πέρα από μια καταστροφική ανάμνηση; Μα εν τέλει το ζήτημα αφορά τα πρόσωπα αυτά καθ’ αυτά. Αν φανταστούμε ότι είμαστε ή είμαστε το πρόσωπο αυτό, κατά πόσο μπορούμε να δούμε μέσα μας, όλα εκείνα τα στοιχεία που μας κρατούν πίσω, που μας κάνουν να αυτομαστιγωνόμαστε μακριά από αληθινά απελευθερωτικές σχέσεις;

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου