Όταν σκέφτομαι τι σημαίνει να τσαλακώνεται κανείς, σκέφτομαι πως θα μοιάζει με πίνακα του Πόλοκ. Θα ‘ναι όλα όσα φοβούνται οι υπόλοιποι κι όσα πιστεύουν πως δεν μπορούν ν’ αντέξουν. Ένας άνθρωπος που τσαλακώνεται ξέρει πως δεν υπάρχουν τέλειες, συνεχόμενες γραμμές που μας οριοθετούν. Τα πάντα ταλαντεύονται κι όλοι μπορούν να καταρρεύσουν.

Ο άνθρωπος που τσαλακώθηκε στη ζωή του, ποτέ δε φοβήθηκε να κλάψει, ακόμα κι εάν θεωρούσε πως τα δάκρυα δεν έπεφταν νωχελικά στα μάγουλά του όπως στις ταινίες. Κοιτούσε με κόκκινα μάτια γεμάτα θυμό, απογοήτευση κι άλλοτε χαρά και συγκίνηση. Έκρυβε το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του μέχρι να μην μπορεί να το συγκρατήσει κι απλώς απελευθερωνόταν. Γελούσε με όλη του τη δύναμη, «χαλώντας» το πάντα σοβαρό προσωπείο, αφήνοντας τις εκφράσεις να δημιουργούν ζάρες και να τον παραμορφώνουν, να τον αλλάζουν σε μια πιο ανέμελη και ζωντανή προβολή του εαυτού του. Γι’ αυτό σπάνια ζωγραφίζουν μεγάλα χαμόγελα, πόσω μάλλον ανθρώπους να γελούν με την ψυχή τους. Είναι δύσκολο να το αποτυπώσεις αυτό σε μια στιγμή, γιατί την επόμενη έχει αλλάξει τελείως.

Ο άνθρωπος που τσαλακώθηκε στη ζωή του, χειροκροτούσε στην απόλυτη σιωπή (άσχετο που μετά βυθιζόταν στην καρέκλα από την ντροπή) και σηκωνόταν να χορέψει όταν όλοι κάθονταν- ακόμα κι όταν δεν ήξερε καλά τα βήματα. Αγκάλιαζε κάποιες φορές άτσαλα, τρέχοντας πάνω σε όσους αγαπούσε, συγκρουόμενος με το σώμα τους, με αγνή χαρά κι ανάγκη για επαφή. Μια έκκληση για βοήθεια και μια παράκληση για στήριξη, ένα άηχο «μου έλειψες» κι ένα μυστικό «σ’ αγαπώ». Φιλούσε και σαν να μην έβλεπε κανείς, κάποιες φορές με ανεξήγητο πάθος, από εκείνο που σπάνια βλέπεις στους ανθρώπους, ενώ κάποιες άλλες με τη διστακτικότητα ενός παιδιού άγγιζε κάποια χείλη.

Είπε πολλές φορές «συγγνώμη» ακόμα κι εάν πίστευε πως θα «έπεφτε στα μάτια» του άλλου και γκρίνιαξε γι’ αυτή την κατάσταση. Λυπόταν και κλεινόταν στο δωμάτιό του για εβδομάδες. Μετά όμως έβγαινε έξω, με τσαλακωμένα ρούχα κι άπλυτο μαλλί, μαύρους κύκλους κι ίσως χλωμό πρόσωπο. Δε φορούσες το άρωμά του, ούτε είχε διαλέξει προσεχτικά τα αξεσουάρ του. Ο άνθρωπος που τσαλακώθηκε υπήρξε κάποτε μια διαλυμένη εκδοχή του αλλά δεν ντράπηκε να τη δείξει, γιατί καλώς ή κακώς υπάρχει κι αυτή κάποιες μέρες. Άλλαζε όταν έπρεπε, όταν έκρινε πως ήταν σημαντικό να μεταβληθεί για το καλό του, ακόμα κι εάν ήξερες πως κάποιοι θ’ αναρωτηθούν και θ’ απορήσουν, θα προσπαθήσουν να τον μεταπείσουν.

Κι όμως, έμενε εκεί, ακάθεκτος προσπαθώντας με τον καιρό να σκεφτεί και να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Επέτρεπε σε κάποιους να παρατήσουν αυτή τη διαδρομή, που δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Έφτανε όμως κάπου, είχε έναν προορισμό. Έβρισε και χαλάστηκε, έπεσε στη λάσπη και σιχτίρισε, έτρεξε κι ίσως έχασε κάπου τον δρόμο. Έπρεπε να γυρίσει πίσω και το έκανε και ποτέ δε στάθηκε σε μια καρέκλα χωρίς να κάνει τίποτα.

Ο άνθρωπος που τσαλακώθηκε στη ζωή του, ξέρει πως το τέλειο είναι μια ακόμα ουτοπική λέξη που δημιουργήσαμε για να έχουμε μια δικαιολογία για τον φόβο μας να δείξουμε ποιοι είμαστε πραγματικά. Αρνήθηκε να υποταχθεί σ’ έναν ανούσιο καθωσπρεπισμό και γι’ αυτό βαραίνει τον κόσμο, μαζί κι όσους παρασέρνει. Αλλά, βαραίνει ό,τι έχει σημασία.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου