Τελικά, τι είναι πιο δύσκολο; Να αρχίζουμε κάτι καινούριο ή να τελειώνουμε κάτι παλιό;
Πόσοι από εμάς δεν έχουμε αναρωτηθεί κάτι τέτοιο; Και, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν νομίζω ότι υπάρχει μία σωστή απάντηση.
Από τη μία υπάρχει η οικειότητα του παλιού και από την άλλη ο φόβος του καινούριου. Μόνο που το καινούριο κρύβει και έναν ενθουσιασμό — μη γελιόμαστε. Είναι η ανυπομονησία, η περιέργεια, εκείνο το άγνωστο που καταφέρνει ταυτόχρονα να σε φοβίζει και να σε ενθουσιάζει.
Και απέναντί του βρίσκεται το παλιό. Το γνώριμο. Αυτό που δυσκολεύεσαι να αφήσεις γιατί, καλώς ή κακώς, ξέρεις πώς νιώθεις μέσα σε αυτό. Είτε πρόκειται για μια φιλία, είτε για μια δουλειά, είτε —πόσο μάλλον— για μια σχέση.
Πόσοι άνθρωποι κρατιόμαστε από τις αναμνήσεις ενός παρελθόντος, ακόμη κι όταν κάτι ίσως έχει ήδη τελειώσει και εμείς απλώς δεν θέλουμε να το κοιτάξουμε κατάματα; Μόνο και μόνο επειδή δεν ξέρουμε αν οι καινούριες στιγμές που θα φτιάξουμε θα μας φανούν εξίσου άνετες, ζεστές και οικείες.
Αλλά τελικά, πώς μπορείς να ξέρεις πώς θα νιώσεις μέσα σε κάτι καινούριο, αν δεν το δοκιμάσεις ποτέ;
Και η αλήθεια είναι πως, αν δεν δοκιμάσεις κάτι, δεν μπορείς να ξέρεις αν θα είναι καλό ή κακό. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι έχουμε την τάση να μένουμε στο γνώριμο, στο παλιό, ακόμη κι όταν έχει τελειώσει. Ακόμη κι όταν αυτή η ασφάλεια που μας προσφέρει μας πληγώνει λίγο. Γιατί ίσως τελικά δεν μας προσφέρει πραγματική ηρεμία. Μας προσφέρει απλώς μια γνώριμη ασφάλεια. Ξέρουμε τα κατατόπια, ξέρουμε πώς λειτουργεί, ξέρουμε ακόμη και πώς πονάει. Και κάπου εδώ τα πράγματα μπερδεύονται. Τι είναι αυτό που μας φοβίζει πραγματικά; Μήπως το καινούριο δεν αποδειχθεί τόσο καλό όσο ελπίζαμε; Μας φοβίζει το άγνωστο από μόνο του; Ή μήπως μας τρομάζει περισσότερο εκείνο το διάστημα ανάμεσα στο «αφήνω κάτι πίσω» και στο «δεν ξέρω ακόμη πού πηγαίνω»; Ίσως τελικά εκεί να γεννιούνται τα περισσότερα διλήμματα. Γιατί, αντικειμενικά, το «αρχίζω κάτι καινούριο» ακούγεται όμορφα. Έχει μέσα του προσμονή, ενθουσιασμό, μια αίσθηση ότι κάτι ανοίγεται μπροστά μας. Το «τελειώνω κάτι παλιό», από την άλλη, σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να παραδεχτούμε πως ένας κύκλος έκλεισε.
Και πόσοι από εμάς είμαστε πραγματικά έτοιμοι να κοιτάξουμε τη ζωή μας και να αναγνωρίσουμε ποιους κύκλους κρατάμε ανοιχτούς, ενώ στην πραγματικότητα έχουν ήδη κλείσει; Και τελικά, πώς ξέρουμε ότι ένας κύκλος έχει πραγματικά τελειώσει; Εκεί είναι λίγο το δύσκολο. Καμία σχέση, καμία φιλία, καμία περίοδος της ζωής μας —ούτε καν μια δουλειά— δεν μας γράφει ένα τεράστιο THE END και δεν ρίχνει τίτλους τέλους για να είμαστε σίγουροι. Μερικές φορές κάτι έχει τελειώσει πολύ πριν καταφέρουμε να το παραδεχτούμε. Άλλες φορές μπορεί να μην έχει τελειώσει καθόλου, απλώς να περνάει τη φάση του. Και άλλες ξέρουμε πολύ καλά ότι τελείωσε, αλλά συνεχίζουμε να στεκόμαστε λίγο στην πόρτα και να κρυφοκοιτάμε μέσα.
Ερωτήματα που μάλλον δεν έχουν μία συγκεκριμένη απάντηση, αλλά σίγουρα μας βάζουν να σκεφτούμε τι θα ήθελε ο καθένας για τη δική του ζωή.
Να κλείσουμε τους κύκλους που τελείωσαν και να αρχίσουμε καινούριους; Να συνεχίσουμε να γυρνάμε στον ίδιο κύκλο, σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του; Ή μήπως να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μείνει για λίγο σε εκείνο το περίεργο «ανάμεσα»; Εκεί όπου κάτι έχει τελειώσει, αλλά δεν ξέρουμε ακόμη πού μας πηγαίνει το επόμενο.
Το λεγόμενο go with the flow. Χωρίς να ξέρουμε απαραίτητα τον προορισμό, απλώς πηγαίνοντας λίγο με τη ροή.
Τελικά, λοιπόν, τι είναι πιο δύσκολο; Να αρχίζουμε κάτι καινούριο ή να τελειώνουμε κάτι παλιό;
Ίσως το πιο δύσκολο να είναι απλώς να αποδεχτούμε ότι, για λίγο, μπορεί να μη χρειάζεται να κάνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Τροφή για σκέψη λοιπόν, μέχρι το επόμενο!
xoxo
