Ξέρεις ποιο είναι το αμέσως χειρότερο πράγμα από το να μην έχεις σπίτι; Να νιώθεις πως δεν έχεις σπίτι. Να νιώθεις τα πάντα ντουβάρια, τούβλα και ασβέστη, όλα να είναι κρύα γύρω σου κι άψυχα, λίγο νερό και λίγο χώμα. Και πονάει πολύ όταν με τόσα κτίρια γύρω σου, δεν υπάρχει ένα που να σε κάνει να αισθάνεσαι ασφάλεια, αγαλλίαση, αγάπη.

Για φαντάσου, να έχεις ένα πατρικό, ένα δικό σου διαμερισματάκι αγορασμένο ή στο νοίκι, το σπιτάκι της γιαγιάς που ξέρεις πως πάντα μπορείς να περάσεις τα βράδια σου· κι όλα να μοιάζουν λίγο νερό και λίγο χώμα. Να ξέρεις πως στο πατρικό σου σε περιμένουν δυο άνθρωποι που ακόμη μαλωμένοι θα ‘ναι, θα έχουν γυρισμένες πλάτες και θα βλέπουν δύο διαφορετικές εκπομπές για να μη συναντηθούν ούτε τα γούστα τους. Θα μιλάνε σαν να γνωρίστηκαν χθες και σαν να μην έδωσαν ποτέ όρκους αγάπης ο ένας στον άλλον. Φαντάσου η γιαγιά να έσβησε τη σόμπα της, να μη σε περιμένει πια, να έφυγε για ένα τελευταίο ταξίδι και το σπίτι να μην είναι πια το ίδιο. Γιατί τα ξύλα δεν τρίζουν στη φωτιά, ούτε το τσάι βράζει μες στο μπρίκι, το ασθματικό της γέλιο λείπει κι όλα πάλι ασβέστης και τούβλα μοιάζουν. Φαντάσου να νιώθεις ξένος στο ίδιο σου το σπίτι, σαν να του ‘χεις υποχρέωση. Να πνίγεσαι σε 4,6,8 τοίχους, που εσύ διάλεξες, εσύ πληρώνεις. Να κοιτάς το χρώμα τους και να σε πιάνει ασφυξία, το χρώμα που εσύ διάλεξες.

Φαντάσου να σε πιάνουν κρίσεις το βράδυ, να δαγκώνεις το μαξιλάρι σου και τα χείλη σου μαζί, να ματώνουν αυτά και να αφήνουν λεκέ σ’ ένα σεντόνι που είναι καταδικασμένο να σου μυρίζει ναφθαλίνη, γιατί δε σου άρεσε ποτέ. Να κάθεσαι στην τουαλέτα και να κοιτάς τα πλακάκια, εκείνα που κάθε μέρα καθαρίζεις με χλωρίνη, μήπως καθαρίσει κι η ψυχή σου. Η ψυχή που δεν ξεπλένεται και βαριά πέφτει κάθε βράδυ σ’ έναν ακριβοπληρωμένο καναπέ που βρωμάει τσιγαρίλα κι έχει λεκέδες από νερό και χώμα. Να φεύγεις γιατί μπούχτισες, δεν είναι σπίτι σου αυτό, δε φιλοξένησε έναν έρωτα, δεν αγκάλιασε μια μάνα. Να φεύγεις γιατί τα έκανε και τα δύο και τώρα σου λείπει κι ο έρωτας κι η μάνα και δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου χωρίς την παρουσία τους ανάμεσα στους ξεφλουδισμένους τοίχους.

Και τελικά να φεύγεις από το σπίτι, μόνο για να θυμηθείς πως στην ψυχή σου νιώθεις άστεγος. Γιατί αναγνωρίζεις πως το σπίτι μας, πρέπει να είναι το σώμα μας, αυτό που δήθεν προσέχουμε μα κατά βάθος βασανίζουμε. Αυτό που βάναυσα κι άγρια βιάζουμε, με τη δικαιολογία πως είναι δικό μας. Το ίδιο που χωρίς έλεος φορτώνουμε και μετά αναρωτιόμαστε γιατί κλαίει τα βράδια και ποτίζει τα άθλια, μουντά σεντόνια. Έχεις δίκιο ξέρεις. Το σπίτι μας, είναι το σώμα μας. Αυτό που πρέπει να συγχωρέσουμε για όλες τις φορές που μας απογοήτευσε. Αυτό που ακόμα κι αν δε φταίει, τα ακούει· και τα ακούει όλα. Ακούει τις φωνές μες στο κεφάλι μας κι τις άλλες, έξω από αυτό. Ακούει όταν το βρίζουμε, το χλευάζουμε και ξεδιάντροπα το υποτιμάμε.

Και τέλος πάντων νιώθουμε δυστυχισμένοι σε κάθε σπίτι, δίπλα σε κάθε άνθρωπο, οδηγώντας οποιοδήποτε αυτοκίνητο, γιατί απαρνηθήκαμε το πρώτο μας σπίτι. Το σώμα μας. Κάπως έτσι νιώθουμε άστεγοι τελικά, παντού ξένοι και παντού φορτικοί. Σε αγάπες, έρωτες, φιλίες, δουλειές κι ό,τι άλλο προκύψει, δηλώνουμε ευκατάστατοι επειδή βάψαμε ξανά τους τοίχους κι ανάψαμε το τζάκι. Ενώ μέσα μας ξέρουμε πως ούτε ένα τραύμα δεν μπαλώσαμε, ούτε μία φορά δε μας δώσαμε ένα φιλί στον ώμο και στα χέρια· κι ας είναι πιο κοντά από οτιδήποτε άλλο δεχόμαστε άκριτα να ασπαστούμε.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ζηνοβία Τσαρτσίδου
Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου