Υπάρχουν μέρες που αγαπάμε τους ανθρώπους μας πάρα πολύ. Μας λείπουν, τους σκεφτόμαστε, θέλουμε να μάθουμε τι κάνουν, χαιρόμαστε όταν τους ακούμε. Και παρ’ όλα αυτά, αν μας πουν «να βρεθούμε;», θέλουμε να ανοίξει μια καταπακτή κάτω από τα πόδια μας και να εξαφανιστούμε διακριτικά. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να τους δούμε. Απλώς… όχι σήμερα.
Ούτε αύριο, αν γίνεται. Βλέπουμε το μήνυμα, το διαβάζουμε, σκεφτόμαστε «θα απαντήσουμε σε λίγο» και αφήνουμε το κινητό ανάποδα στο τραπέζι, σαν να εξουδετερώσαμε βόμβα. Το «σε λίγο» γίνεται το βράδυ, το βράδυ γίνεται αύριο και κάπως έτσι έχουν περάσει τρεις ημέρες και πλέον η απάντηση χρειάζεται εισαγωγή, επίλογο και ίσως μια μικρή συνέντευξη Τύπου. Και κάπου εκεί έρχονται οι ενοχές.
Μήπως απομακρυνόμαστε; Μήπως βαρεθήκαμε τους ανθρώπους μας; Μήπως κάτι άλλαξε; Μήπως γίναμε αντικοινωνικοί; Ή μήπως, πολύ απλά, έχουμε ξεμείνει από κοινωνική μπαταρία;
Γιατί υπάρχει και αυτή η εξάντληση. Δεν είναι πάντα η δουλειά, οι υποχρεώσεις ή η κούραση της ημέρας. Μερικές φορές είναι οι άνθρωποι. Όχι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι. Η ίδια η επαφή.
Το να μιλάμε. Να ακούμε. Να απαντάμε. Να συμμετέχουμε.
Να δείχνουμε ενδιαφέρον. Να είμαστε διαθέσιμοι. Να εξηγούμε τι έχουμε. Να ακούμε τι έχει ο άλλος. Να λέμε «καλά είμαι», ενώ μέσα μας γίνεται μια μικρή ανακαίνιση χωρίς άδεια.
Και το χειρότερο είναι ότι η κοινωνική μας ζωή πλέον δεν τελειώνει όταν γυρίζουμε σπίτι. Συνεχίζεται στο κινητό. Έχουμε μηνύματα να απαντήσουμε, ομαδικές συνομιλίες που έχουν αποκτήσει τη δική τους πολιτική επικαιρότητα, stories που κάποιος περιμένει να δούμε, reels που μας στέλνουν άνθρωποι με την προσδοκία ότι θα γελάσουμε και, φυσικά, το κλασικό «πότε θα βρεθούμε;». Ένα ερώτημα που μπορεί να μας προκαλέσει μεγαλύτερο άγχος από μια εφορία. Κάποια στιγμή, λοιπόν, η κοινωνική μας μπαταρία φτάνει στο 1%.
Και τότε δεν θέλουμε τίποτα. Ούτε ποτό. Ούτε καφέ. Ούτε «ένα γρήγορο φαγητό». Γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι κανένα «γρήγορο φαγητό» δεν είναι γρήγορο όταν περιλαμβάνει ανθρώπους, συζήτηση και το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε σπίτι μετά τις δώδεκα.
Θέλουμε τον καναπέ μας. Θέλουμε ησυχία. Θέλουμε να μη μας ζητήσει κανείς τίποτα. Και κυρίως, θέλουμε να μη χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί θέλουμε να μη μας ζητήσει κανείς τίποτα. Το παράδοξο είναι πως μπορεί να μας λείπει ένας άνθρωπος και ταυτόχρονα να μη θέλουμε να τον δούμε.
Μπορεί να σκεφτόμαστε έναν φίλο και να λέμε «πόσο μου έχει λείψει». Και όταν μας προτείνει να βρεθούμε, να κοιτάμε το ημερολόγιο με την ελπίδα ότι θα υπάρχει κάποια φυσική καταστροφή, μια απεργία ή έστω μια μικρή βροχή που θα μας απαλλάξει από την υποχρέωση. Δεν είναι απόρριψη. Είναι εξάντληση. Κι όμως, έχουμε μάθει να μπερδεύουμε την αγάπη με τη διαθεσιμότητα.
Αν αγαπάμε κάποιον, θεωρούμε ότι πρέπει να θέλουμε συνεχώς να είμαστε μαζί του. Αν μας λείπει, πρέπει να τον πάρουμε τηλέφωνο. Αν μας καλέσει, πρέπει να πάμε. Αν αρνηθούμε, φοβόμαστε μήπως παρεξηγηθεί. Και έτσι καταλήγουμε να κάνουμε κοινωνική ζωή από υποχρέωση.
Πηγαίνουμε σε ένα τραπέζι, ενώ θα προτιμούσαμε να είμαστε σπίτι. Μιλάμε, ενώ δεν έχουμε τίποτα να πούμε. Γελάμε λίγο περισσότερο απ’ όσο μας βγαίνει φυσικά. Και επιστρέφουμε εξαντλημένοι, αναρωτώμενοι γιατί χρειαστήκαμε δύο ημέρες αποκατάστασης από έναν καφέ. Ίσως επειδή ξεχάσαμε κάτι πολύ απλό.
Δεν χρειάζεται να είμαστε διαθέσιμοι για να αγαπάμε. Μπορούμε να αγαπάμε τους ανθρώπους μας και να χρειαζόμαστε απόσταση. Μπορούμε να τους σκεφτόμαστε και να μη θέλουμε να τους μιλήσουμε. Μπορούμε να χαιρόμαστε που υπάρχουν στη ζωή μας και ταυτόχρονα να θέλουμε ένα βράδυ που το μοναδικό πλάσμα με το οποίο θα έχουμε κοινωνική αλληλεπίδραση να είναι η γάτα μας. Και αν δεν έχουμε γάτα, ακόμη καλύτερα.
Δεν θα μας ζητήσει να βγούμε. Φυσικά, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική εξάντληση και στην πραγματική απομάκρυνση. Άλλο το «χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνος μου» και άλλο το «δεν θέλω πλέον αυτούς τους ανθρώπους στη ζωή μου». Άλλο το να κλείσουμε για λίγο την πόρτα για να πάρουμε ανάσα και άλλο το να μη θέλουμε να την ανοίξουμε ποτέ. Η διαφορά πολλές φορές φαίνεται από το πώς νιώθουμε όταν μένουμε μόνοι.
Αν η μοναχικότητα μάς ανακουφίζει, αν μετά από λίγο νιώθουμε ότι ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας και κάποια στιγμή θέλουμε πάλι να γελάσουμε, να μιλήσουμε και να βγούμε, τότε ίσως δεν απομακρυνόμαστε από τους ανθρώπους. Απλώς επιστρέφουμε για λίγο στον εαυτό μας. Και ίσως αυτό να μην είναι κάτι που πρέπει να διορθώσουμε. Ίσως πρέπει απλώς να το επιτρέψουμε. Να μπορούμε να πούμε «σήμερα δεν μπορώ» χωρίς να συνοδεύεται από δεκαπέντε δικαιολογίες.
Να μπορούμε να ακυρώσουμε ένα σχέδιο χωρίς να αισθανθούμε ότι διαλύσαμε μια φιλία. Να μπορούμε να αφήσουμε ένα μήνυμα αναπάντητο για λίγες ώρες χωρίς να θεωρούμε ότι γίναμε κακοί άνθρωποι. Γιατί οι άνθρωποί μας δεν χρειάζεται να έχουν πρόσβαση σε εμάς όλο το εικοσιτετράωρο για να ξέρουν ότι τους αγαπάμε. Και εμείς δεν χρειάζεται να αποδεικνύουμε την αγάπη μας με την παρουσία μας κάθε φορά που μας ζητείται. Μερικές φορές αγαπάμε τους ανθρώπους μας καλύτερα όταν παίρνουμε λίγο χώρο από όλους.
Κλείνουμε την πόρτα. Βάζουμε το κινητό στο αθόρυβο. Φοράμε πιτζάμες στις επτά το απόγευμα χωρίς καμία απολύτως ενοχή. Και περνάμε ένα βράδυ χωρίς να χρειάζεται να είμαστε τίποτα για κανέναν. Όχι επειδή πάψαμε να αγαπάμε τους ανθρώπους μας.
Αλλά επειδή, για λίγο, χρειαζόμαστε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Και όταν τον βρούμε, πιθανότατα θα θέλουμε να τους ξαναδούμε. Απλώς όχι απόψε. Απόψε, έχουμε ραντεβού με τον καναπέ.
