Άλλη μια νύχτα, άλλο ένα ποτό.
Αφήνω λίγη ζωή ακόμη να γλιστρήσει σε λιωμένο πάγο και σωλήνα γεμάτο άλατα.
Να μουλιάσουμε κι απόψε,
να κοιτάξουμε με τις ώρες την κίτρινη άσχημη πόρτα ν’ ανοιγοκλείνει, νιώθοντας χαζοί.

Οι θαμώνες βουίζουν σαν άγριες πάπιες,
Καθώς το τζουκ-μποξ παίζει άλλο ένα τραγούδι που μισώ,
ο κόσμος περιστρέφεται σε μια μεθυσμένη ομίχλη,
κι εγώ είμαι απλώς άλλος ένας, ο χειρότερος.

Παραγγέλνω άλλο ένα ποτό, ανάβω ένα τσιγάρο,
-απαγορεύεται βγες έξω-
προσπαθώ να λιώσω τον θόρυβο με ό,τι σφυρί απέμεινε μέσα μου
-σκάσε θα βγω-, φτάνει να μη μιλάει κανείς, θα πιω την υγρασία.

Σπρώχνω τη σιχαμένη άσχημη κίτρινη πόρτα
και ξαφνικά, δεν είμαι μόνος μου,
παίρνει το χέρι μου κι ανάβει απ’ τη φωτιά μου,
στον κόσμο, δες, που όλα μπορούν να συγκρουστούν.

Ίσως να είναι τα πάντα, ίσως και τίποτα
απόψε όμως, είναι ο λόγος που συνεχίζω.
Κι αυτό είναι τα πάντα, μέσα στο τίποτα.

 

Συντάκτης: Γιοβάννα Κοντονικολάου