Υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζονται, μιλάνε τρεις ώρες και δε βρίσκουν ούτε μία κοινή άποψη. Δεν τους αρέσουν τα ίδια πράγματα. Δε γελάνε με τα ίδια αστεία. Ο ένας θέλει ταξίδια, ο άλλος καναπέ. Ο ένας θεωρεί φυσιολογικό να απαντάει στα μηνύματα μέσα στην ίδια ημερολογιακή εβδομάδα, ο άλλος έχει ήδη στείλει «ζεις;».

Και μετά κάνουν σ#ξ. Και ξαφνικά βρίσκουν ένα θέμα στο οποίο υπάρχει εντυπωσιακή ομοφωνία. Κάπου εκεί εμφανίζεται συνήθως η περίφημη «χημεία». Η χημεία είναι υπέροχη λέξη. Κυρίως επειδή εξηγεί τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει απολύτως τίποτα.

«Έχουμε τρομερή χημεία». Τι σημαίνει ακριβώς; Σε θέλω; Με θέλεις; Μου αρέσει που με θέλεις; Είμαστε απλώς πολύ κ@υλωμένοι; Θέλω σχέση; Θέλω σ#ξ; Θέλω σχέση, αλλά εσύ θέλεις σ#ξ και τώρα έχω αποφασίσει ότι αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας είναι τόσο σπάνιο που κάποια στιγμή θα αναγκαστείς να το αναγνωρίσεις; Γιατί το τελευταίο έχει ταλαιπωρήσει κόσμο.

Η σεξουαλική έλξη δεν είναι πάντα κάποια μυστηριώδης δύναμη που εκπέμπει ο άλλος κι εμείς απλώς πέφτουμε πάνω της. Κουβαλάμε κι εμείς κάτι στη συνάντηση: την επιθυμία μας, τη φάση στην οποία βρισκόμαστε, την ανάγκη για επαφή, επιβεβαίωση, παιχνίδι, εγγύτητα ή απλώς για ένα πραγματικά καλό βράδυ. Και μερικές φορές αυτό ακριβώς θέλουν και οι δύο. Υπέροχα. Δεν χρειάζεται κάθε καλό σεξ να περάσει από συνέντευξη για τη θέση του μελλοντικού συντρόφου. Δύο ενήλικες μπορούν να θέλουν ο ένας τον άλλον, να περνούν εξαιρετικά και να μη χρειάζεται την επόμενη ημέρα να εξετάσουν πού θα κάνουν Χριστούγεννα.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο ένας θέλει να ξανακάνει σεξ και ο άλλος έχει ήδη αρχίσει να σκέφτεται αν αυτή η «χημεία» σημαίνει κάτι περισσότερο. Και το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα αρχίζει όταν σημαίνει κάτι περισσότερο μόνο για τον έναν. Εκεί το καλό σεξ αποκτά ένα περίεργο ταλέντο: μπορεί να κρατήσει ανθρώπους σε καταστάσεις στις οποίες, αν φορούσαν λίγο περισσότερα ρούχα, πιθανότατα θα είχαν ήδη καταλάβει ότι δεν περνάνε τόσο καλά. Υπάρχουν σχέσεις που δεν επικοινωνούν, δεν συνεννοούνται, τσακώνονται για τα πάντα και παρ’ όλα αυτά διαθέτουν ένα εξαιρετικό επιχείρημα υπέρ της παραμονής τους: «Ναι, αλλά κάνουμε καταπληκτικό σεξ». Δεκτό. Απλώς κάποια στιγμή πρέπει και να σηκωθούν από το κρεβάτι.

Το καλό σεξ μπορεί πράγματι να λειτουργήσει σαν ισχυρή κόλλα. Δημιουργεί εγγύτητα, απόλαυση, εκτόνωση, παιχνίδι. Δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει επ’ αόριστον την κουβέντα, την τρυφερότητα και τη συνεννόηση. Όπως βέβαια δεν ισχύει και το αντίθετο. Ένα ζευγάρι μπορεί να συνεννοείται υπέροχα, να έχει κοινές αξίες, κοινό χιούμορ, κοινά σχέδια και στο κρεβάτι να επικρατεί η συγκίνηση εταιρικής συνάντησης Δευτέρα πρωί. Κι αυτό πρόβλημα είναι.

Γιατί το σεξ μέσα σε μια μακροχρόνια σχέση δεν είναι μόνο η πράξη. Είναι το βλέμμα. Το πείραγμα. Το κομπλιμέντο. Το χέρι που μένει λίγο περισσότερο εκεί που ακούμπησε. Το φλερτ που επιβιώνει αφού έχουν προηγηθεί χρόνια, υποχρεώσεις, δουλειές και η ιστορική διαμάχη για το ποιος άφησε πάλι ανοιχτό το ντουλάπι.

Η ερωτική ζωή ενός ζευγαριού αρχίζει πολύ πριν φτάσει στο κρεβάτι. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται ούτε να υποτιμάται το σεξ ούτε να του ανατίθεται η σωτηρία ολόκληρης της σχέσης. Άλλος μπορεί σε μια περίοδο της ζωής του να θέλει μόνο σεξ. Άλλος σχέση. Άλλος να πίστευε ότι θέλει μόνο σεξ και στην πορεία να ανακαλύψει ότι θέλει και τον άνθρωπο που βρίσκεται μέσα στο κρεβάτι.

Συμβαίνουν κι αυτά τα ατυχήματα. Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα να μην είναι αν δύο άνθρωποι μπορούν να ταιριάζουν μόνο στο σεξ. Φυσικά και μπορούν. Το θέμα είναι αν συμφωνούν ότι ταιριάζουν μόνο εκεί. Αν δύο ενήλικες θέλουν το ίδιο πράγμα, περνούν υπέροχα και κανείς δεν περιμένει κρυφά να αλλάξει η περιγραφή της θέσης, κανένα πρόβλημα.

Το μπέρδεμα αρχίζει όταν ο ένας λέει «τι ωραία που περνάμε» και εννοεί το Σάββατο το βράδυ, ενώ ο άλλος έχει ήδη φτάσει νοητά στην επόμενη άνοιξη. Γιατί το καλό σεξ μπορεί να κάνει πολλά. Να ενώσει, να φτιάξει τη διάθεση, να ξαναφέρει κοντά δύο ανθρώπους, να κρατήσει ζωντανό κάτι που η καθημερινότητα προσπαθεί φιλότιμα να σκοτώσει. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει είναι να διαπραγματευτεί εκ μέρους μας τι σχέση θέλουμε. Αυτή τη συζήτηση, δυστυχώς, πρέπει να την κάνουμε ντυμένοι.

Συντάκτης: Ελίνα Τρωγάδα