Ας το πούμε λίγο πιο ίσια, χωρίς φίλτρα: το «δεν ξέρω τι θέλω» δεν είναι πάντα μπέρδεμα. Πολύ συχνά είναι μια χαρά συνειδητή στάση — απλά δε θες να τη χρεωθείς. Γιατί το να πεις «δεν ξέρω» σε κρατάει καθαρό. Δεν έχεις πάρει απόφαση, άρα δεν έχεις ευθύνη. Δεν έχεις εκτεθεί, άρα δεν έχεις αποτύχει. Δεν έχεις διαλέξει, άρα όλα είναι ακόμα πιθανά. Ή τουλάχιστον έτσι λες στον εαυτό σου.
Γιατί στην πράξη δεν είναι όλα πιθανά. Απλά δεν έχεις προχωρήσει σε τίποτα. Κάθεσαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση που τη βαφτίζεις «ψάξιμο», ενώ στην ουσία είναι αναβολή με ωραίο όνομα. Και όσο το τραβάς, τόσο γίνεται χαρακτήρας.
1) Experiential avoidance: δεν αποφεύγεις την επιλογή — αποφεύγεις αυτό που θα νιώσεις
Υπάρχει ένας όρος: experiential avoidance. Δεν αποφεύγεις αυτό που πρέπει να κάνεις. Αποφεύγεις αυτό που θα νιώσεις αν το κάνεις.
Το «δεν ξέρω τι θέλω» πολλές φορές σημαίνει:
-δε θέλω να αγχωθώ
-δε θέλω να εκτεθώ
-δε θέλω να πάρω ευθύνη
Γιατί κάθε επιλογή κουβαλάει συναίσθημα. Και όχι πάντα ωραίο. Κουβαλάει αμφιβολία, φόβο, πιθανότητα λάθους. Οπότε, αντί να μπεις εκεί, κάνεις ένα βήμα πίσω και λες «δεν ξέρω». Και φαίνεται λογικό. Αλλά δεν είναι ουδέτερο. Είναι αποφυγή.
2) Choice overload: έχεις τόσες επιλογές που έχεις κολλήσει
Ο Barry Schwartz το είχε πει ξεκάθαρα: όσο αυξάνονται οι επιλογές, τόσο δυσκολεύει η απόφαση. Δεν είναι ότι δεν ξέρεις τι θέλεις. Είναι ότι έχεις πάρα πολλές εκδοχές του «θα μπορούσα». Και κάθε φορά που πας να διαλέξεις, σκέφτεσαι: «Ναι, αλλά μήπως υπάρχει κάτι καλύτερο;».
Κι εκεί φρενάρεις. Γιατί κάθε «ναι» κλείνει πόρτες. Και εσύ δεν θες να κλείσεις καμία. Οπότε τελικά δεν ανοίγεις καμία.
3) Γνωστική ασυμφωνία: μένεις στη μέση για να μην έρθεις σε σύγκρουση
Η γνωστική ασυμφωνία είναι αυτό το mental σφίξιμο όταν πρέπει να διαλέξεις. Γιατί κάθε επιλογή κουβαλάει και αμφιβολία.
-«Και αν δεν είναι αυτό;»
-«Και αν χάσω κάτι καλύτερο;»
Αν δεν αποφασίσεις, δεν έχεις να αντιμετωπίσεις τίποτα από αυτά. Μένεις σε ένα safe zone όπου όλα είναι ανοιχτά και τίποτα δεν δοκιμάζεται. Δε λύνεις τη σύγκρουση. Απλά δεν μπαίνεις ποτέ μέσα.
4) Fear of commitment: δεν φοβάσαι το «ναι» — φοβάσαι το βάρος του
Το πρόβλημα δεν είναι να πεις «θέλω αυτό». Το πρόβλημα είναι ότι μετά πρέπει να το στηρίξεις. Και η δέσμευση δεν είναι ρομαντική ιδέα. Είναι πράξη. Είναι να συνεχίσεις όταν βαριέσαι, να μείνεις όταν ζορίζεσαι, να επιμείνεις χωρίς εγγύηση. Και αυτό κουράζει πριν καν ξεκινήσει. Οπότε τι κάνεις; Δεν ξεκινάς. Και το λες «δεν ξέρω».
5) Identity diffusion: δεν θες να κλειδώσεις ποιος είσαι
Ο Erik Erikson το είχε περιγράψει: identity diffusion. Δε θες να ορίσεις τον εαυτό σου. Γιατί κάθε ορισμός είναι περιορισμός. Αν πεις «είμαι αυτό», κόβεις όλα τα «θα μπορούσα να είμαι». Και αυτό πονάει. Οπότε κρατάς τον εαυτό σου «ανοιχτό». Μόνο που το «ανοιχτό» χωρίς κατεύθυνση δεν είναι ελευθερία. Είναι στασιμότητα με ωραίο περιτύλιγμα.
6) Intolerance of uncertainty: θες να ξέρεις πριν ξεκινήσεις
Δε σε μπλοκάρει το «δεν ξέρω τι θέλω». Σε μπλοκάρει το «δεν ξέρω τι θα γίνει». Θες σιγουριά πριν δράσεις. Θες να ξέρεις ότι, θα πετύχει,
δε θα εκτεθείς και δε θα πληγωθείς. Δε θα το μάθεις πριν μπεις. Και όσο περιμένεις να στο εγγυηθούν, απλά κάθεσαι.
7) Self-handicapping: κρατάς τον εαυτό σου στο safe mode
Το «δεν ξέρω» είναι και μια στρατηγική προστασίας. Αν δε διαλέξεις, δεν μπορείς να αποτύχεις. Και αν δεν αποτύχεις, δε χρειάζεται να δεις τα όριά σου. Κρατάς μια ωραία φούσκα: «Θα μπορούσα να κάνω πολλά, απλά δεν έχω αποφασίσει». Είναι πιο εύκολο από το να δοκιμάσεις και να δεις τι πραγματικά ισχύει.
8) Learned indecision: δεν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου
Αν έχεις μάθει ότι οι αποφάσεις σου αμφισβητούνται, οι επιλογές σου διορθώνονται και τα λάθη σου έχουν κόστος, τότε λογικό. Δεν εμπιστεύεσαι το ένστικτό σου. Αλλά αντί να το παραδεχτείς, το ντύνεις με «δεν ξέρω». Και όσο δεν αποφασίζεις, αυτή η δυσπιστία μεγαλώνει.
9) Μικρές αποφυγές που γίνονται ζωή
Το «δεν ξέρω» φαίνεται ακίνδυνο. Αλλά δεν είναι. Γιατί δεν είναι μία απόφαση. Είναι πολλές μικρές αποφυγές που μαζεύονται. Δεν πήγες εκεί. Δεν είπες αυτό. Δε δοκίμασες. Και κάποια στιγμή κοιτάς πίσω και δε βλέπεις λάθη. Βλέπεις απουσία. Και αυτό πονάει πιο πολύ.
Δε χρειάζεται να είσαι 100% σίγουρος. Χρειάζεται να αντέχεις το ρίσκο. Να πεις: «Πάω προς τα εκεί — και βλέπουμε». Αυτό λέγεται psychological flexibility. Δεν έχεις όλες τις απαντήσεις. Αλλά κινείσαι παρόλα αυτά. Και κάπου εκεί αρχίζει να ξεκαθαρίζει. Όχι πριν. Κατά τη διάρκεια.
Αν είσαι ειλικρινής, θα το δεις: δεν είσαι χαμένος. Δεν είσαι μπερδεμένος. Είσαι αναβλητικός στην απόφαση. Και το βαφτίζεις «δεν ξέρω» για να μην το κοιτάξεις στα μάτια. Γιατί αν το παραδεχτείς, μετά πρέπει να κάνεις κάτι. Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Το «δεν ξέρω τι θέλω» σε κρατάει safe. Σε προστατεύει από ευθύνη, έκθεση, αποτυχία. Αλλά σε κρατάει και εκτός παιχνιδιού. Γιατί η ζωή δεν ξεκαθαρίζει πριν τη ζήσεις. Ξεκαθαρίζει μέσα από επιλογές που δεν είναι ποτέ τέλειες.
Οπότε άσ’ το λίγο το «δεν ξέρω». Η πιο τίμια ερώτηση είναι άλλη: Αν ήξερες ότι καμία επιλογή δεν είναι τέλεια και ότι κάπου θα τα κάνεις μαντάρα έτσι κι αλλιώς, τι θα διάλεγες — και γιατί ακόμη δεν το έχεις κάνει;
