Το αφιέρωμα άνοιξε με τον Γιώργο Μαζωνάκη να τραγουδά «Ανήκω σε μένα» και έκλεισε με την Πάολα. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο φωνές χώρεσαν οι άνθρωποι που τον γνώρισαν, τα τραγούδια του και εκείνη η άβολη στιγμή που ακούς κάποιον ολοζώντανα, ενώ ξέρεις πως δεν θα ξαναμπεί στο πλατό. Το χθεσινό The Voice δεν είχε διαγωνισμό. Είχε μια απουσία που κανένα φως, καμία κόκκινη καρέκλα και καμία τηλεοπτική ατάκα δεν μπορούσε να κρύψει. Ευτυχώς, δεν προσπάθησαν να την κρύψουν.
Ο Γιώργος Λιανός και ο Γιώργος Καπουτζίδης υποδέχθηκαν ανθρώπους που μοιράστηκαν με τον Μαζωνάκη τραγούδια, σκηνές, συνεργασίες και προσωπικές στιγμές. Οι τρεις coaches τραγούδησαν μαζί και χωριστά. Στα αφιερωματικά αποσπάσματα, η φωνή του ίδιου συνόδευσε τις ερμηνείες τους. Αυτή η συνάντηση του παρόντος με το καταγεγραμμένο παρελθόν είχε κάτι αβάσταχτα απλό: ακούς τον άνθρωπο που λείπει και, αμέσως μετά, θυμάσαι ότι λείπει.
Ο Μαζωνάκης δεν υπήρξε ποτέ ο καλλιτέχνης που μπορούσες να περιγράψεις με μια βολική λέξη. Είχε το δικό του βλέμμα, την ατάκα που ερχόταν από το πουθενά, το ντύσιμο που έκανε την ασφαλή επιλογή να μοιάζει βαρετή. Στο The Voice δεν ήταν απλώς μία από τις κόκκινες καρέκλες. Αρκούσε μια αντίδρασή του για να αλλάξει ο αέρας του πλατό. Γι’ αυτό τα βίντεο με τις στιγμές του και τις στιλιστικές του επιλογές δεν λειτούργησαν σαν ένα τυπικό αρχείο. Θύμισαν τον άνθρωπο που μπορούσε να τραγουδήσει κάτι δραματικό και, την επόμενη στιγμή, να σε κάνει να γελάσεις.
Στη σκηνή ανέβηκαν η Κατερίνα Στανίση, ο Στέλιος Διονυσίου, η Πίτσα Παπαδοπούλου, ο APON και ο Νίκος Βουρλιώτης. Ο Μάστορας τραγούδησε, μεταξύ άλλων, τις «Ώρες μικρές» και συναντήθηκε με τον NiVO στο «Θέλω να γυρίσω στα παλιά». Ο Λιανός άφησε για λίγο τον ρόλο του παρουσιαστή και είπε το «Με λένε Γιώργο» και το «Παιδί της νύχτας». Το ενδιαφέρον δεν ήταν να μετρήσεις πόσοι πέρασαν από τη σκηνή. Ήταν να δεις πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι είχαν μια διαφορετική ιστορία να επιστρέψουν στον ίδιο άνθρωπο.
Όσο προχωρούσε η βραδιά, γινόταν όλο και πιο φανερό πως κανείς δεν είχε ανέβει στη σκηνή για να «πει καλύτερα» τον Μαζωνάκη. Αυτό θα ήταν και γελοίο και αδύνατο. Ο καθένας έφερνε κάτι από τη δική του σχέση μαζί του: ένα τραγούδι που μοιράστηκαν, μια ανάμνηση, έναν τρόπο να σταθεί μπροστά στην απουσία του χωρίς να την κάνει παράσταση. Ακόμη και στα βίντεο όπου ακουγόταν η φωνή του δίπλα στις δικές τους, δεν έμοιαζε να γίνεται κάποια σκυταλοδρομία. Ήταν μια υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος στον οποίο ήταν αφιερωμένη η βραδιά είχε πάντα τον δικό του, αδιαπραγμάτευτο ήχο.
Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα να γίνει τόσο προσεγμένο ώστε να λειάνει εκείνον για τον οποίο φτιάχτηκε. Να κρατήσει μόνο τα μεγάλα λόγια και να ξεχάσει τις παραξενιές, τις υπερβολές, το χιούμορ. Εδώ υπήρχε χώρος και γι’ αυτά. Για τις ατάκες του, τα ρούχα του, τα ντουέτα του και τον τρόπο που έκανε την κάμερα να τον ακολουθεί ακόμη κι όταν δεν τραγουδούσε. Η αγάπη για τον Μαζωνάκη δεν χρειάζεται να τον μετατρέψει σε άψογο πορτρέτο. Θα ήταν ο πιο άστοχος τρόπος να μιλήσεις για κάποιον που είχε κάνει την ιδιαιτερότητά του υπογραφή.
Το κλείσιμο ανήκε στην Πάολα. Με το «Ποτέ, Ποτέ» δεν βγήκε απλώς να πει ένα ακόμη τραγούδι του αφιερώματος. Βγήκε ως φίλη και συνεργάτιδά του, αλλά και ως το νέο μέλος του The Voice — σε μια σκηνή όπου η παρουσία του Μαζωνάκη δεν είχε προλάβει να γίνει παρελθόν. Είπε πως θα τον κουβαλά μαζί της. Και κάπως έτσι αυτή η φράση ακούστηκε πολύ πιο τίμια από οποιαδήποτε υπόσχεση ότι «θα καλύψει το κενό». Δεν καλύπτεται. Η Πάολα τραγούδησε γνωρίζοντάς το και άφησε τη βραδιά να τελειώσει χωρίς να παριστάνει ότι όλα μπήκαν στη θέση τους. Για τον Μαζωνάκη, άλλωστε, το πιο άστοχο αντίο θα ήταν ένα τακτοποιημένο αντίο.
