Καλοκαίρι. Μας περιμένουν οι χαρές της θάλασσας καθώς έλεγε κι ο πελαργός σε εκείνη τη ρετρό πλέον διαφήμιση για τις καθαρές παραλίες. Και ναι, αν το καλοσκεφτείς ήδη έχει μυρίσει καλοκαίρι κι αν δεν έχεις ακόμα προγραμματίσει τις διακοπές σου, σίγουρα σιγά σιγά θα το κάνεις. Αν πάλι δεν προβλέπονται φέτος διακοπές, δε χαλιέσαι. Προγραμματίζεις μια μικρή απόδραση έστω και για μια μέρα. Κάτι είναι κι αυτό. Τηλέφωνα, λοιπόν με την παρέα, ρυθμίζονται όλες οι τελευταίες λεπτομέρειες και μετράς αντίστροφα πλέον για τη μέρα εκείνη που το όνειρο θα γίνει πραγματικότητα.

Οι μέρες περνάνε και περιμένεις καρτερικά. Κι όσο πλησιάζει η πολυαναμενόμενη εκείνη μέρα, σκέψεις περνάνε από το μυαλό σου. Μεγάλε Μανιτού, βάλε το χέρι σου μην και κάποιος φίλος, κάποιος συγγενής θυμηθεί να πάει να παντρευτεί εκείνη τη μέρα κι αναγκαστείς να πας στο γάμο του. Θυμάσαι; Δεν μπορεί να το ξέχασες εκείνο το καλοκαίρι. Εκείνο το καλοκαιρινό Σάββατο που ενώ ήθελες και είχες κανονίσει θάλασσα με τα φιλαράκια, η ξαδέρφη σου η Ευδοξία αποφάσισε πως εκείνο το Σάββατο θα ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας με τον καλό της και η παρουσία σου στη μεγάλη αυτή στιγμή της ζωής της, θα της έδινε μεγάλη χαρά. Γιατί βρε Ευδοξία μου. Γιατί; Πού με θυμήθηκες κι η παρουσία μου θα σου έδινε μεγάλη χαρά; Αφού έχουμε να μιλήσουμε από τότε που ήμασταν παιδάκια. Τώρα με θυμήθηκες; Κι άντε. Με θυμήθηκες. Τόσα Σάββατα έχει μέσα στο καλοκαίρι. Αυτό το συγκεκριμένο πήγες και διάλεξες για να παντρευτείς; Αυτό;

Με βαριά καρδιά είχες ακυρώσει την εκδρομή σου. Θυμάσαι; Εκείνο το ενοχικό βλέμμα όταν ανακοίνωνες πως «Μάγκες. Εγώ δε θα έρθω το Σάββατο, τελικά. Παντρεύεται η ξαδέρφη μου η Ευδοξία». Και το δούλεμα έπεφτε βροχή. Σαν τη βροχή που ευχόσουν να πέσει κι εκείνο το Σάββατο, ώστε να μην πάνε ούτε τα ρεμάλια για μπάνιο. Έλα όμως που εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές. Όχι μόνο δεν έβρεξε, αλλά είχε και θεότρελη ζέστη. Το  θερμόμετρο είχε χτυπήσει κόκκινο. Τα γυαλισμένα από τον ιδρώτα κούτελα των καλεσμένων, φάνταζαν τόσο αστεία. Το θρόισμα από τις βεντάλιες ακούγονταν σαν να πετούσε ολόκληρο σμήνος από πτηνά μέσα στην εκκλησία. Το ρύζι που κόλλησε στο μέτωπο των νεονύμφων και του κουμπάρου είχε γίνει πιλάφι, έτοιμο προς βρώση. Κι εσύ, αντί να απολαμβάνεις το μοχίτο σου στην ξαπλώστρα σου, έπρεπε να περάσεις όλο αυτό το μαρτύριο, γιατί η ξαδέρφη σου η Ευδοξία έτσι αποφάσισε.

Το μυστήριο έφτανε στο τέλος του. Χαμογέλασες. Το μαρτύριο έφτανε στο τέλος του. Ήδη με το μυαλό σου έβγαλες τα ρούχα τα καλά, έχεις κάνει το δροσερό σου ντουζάκι και χαλαρώνεις χαζεύοντας τις φωτογραφίες που ανέβασαν τα ρεμάλια στο προφίλ τους. Ξαφνικά κάποιος σε φωνάζει. Σε τραβάει από το χέρι. «Δημήτρη, έλα να χαιρετίσεις το θείο Χαράλαμπο! Τον θυμάσαι;» Άσε μας ρε μάνα. Από πού να τον θυμάμαι. Κι ακούς ξανά την ίδια κασέτα. Πόσο μεγάλωσες, αν παντρεύτηκες και γιατί δεν παντρεύτηκες. Ξέρω κι εγώ ρε μπάρμπα; Για να μην παντρεύτηκα, κάποιος λόγος θα υπήρχε. Όσο για το αν μεγάλωσα, αυτό το ξέρω. Το περίεργο θα ήταν να έμενα μικρός. Αλλά όταν εγώ μεγάλωνα, εσύ αλήθεια πού ήσουν; Οπότε από πού κι ως πού να σε θυμάμαι; Καταπίνεις όμως όλα αυτά τα εύλογα ερωτήματα κι απλά χαμογελάς. Το βλέμμα σου όμως τα λέει όλα. Μάνα, θύμισέ μου μετά να σε δαγκώσω.

Απελπίστηκες; Δεν υπάρχει λόγος. Φέτος το καλοκαίρι, θα υπάρχουν λέει περιορισμοί. Συγκεκριμένος ο αριθμός των παρευρισκομένων και μόνο οι στενοί συγγενείς. Αχ τι κρίμα. Να μην μπορείς να πας σε κάποιο γάμο κάποιας άλλης ξαδέρφης φέτος λόγο των περιορισμών. Ναι, θα ήθελες πολύ να πας. Αλλά έλα όμως που μόνο το στενό συγγενολόι μπορεί να παρευρεθεί στο μυστήριο! Και οι θέσεις είναι λίγες! Κρίμα. Θα αναγκαστείς, λοιπόν φέτος να θυσιαστείς και να μην πας σε κανέναν γάμο, προκειμένου να μην στερήσεις τη θέση αλλά κυρίως τη χαρά από κάποιον άλλο στενό συγγενή. Εσύ θα πνίξεις τη λύπη σου, σε κάποιο μπιτσόμπαρο, πίνοντας το δροσιστικό σου κι αν σε πάρει και πολύ από κάτω, παρακολούθησέ το νοερά σε live video. Ευτυχώς να λες που υπάρχει και η τεχνολογία. Έλα. Μη στεναχωριέσαι.

Μεταξύ μας τώρα. Μια χαρά δε μας έκατσε το σκηνικό με τους περιορισμούς λόγο της πανδημίας; Πού να τρέχεις τώρα μέσα στο κατακαλόκαιρο σε γάμους αγνώστων συγγενών; Καλύτερα στην παραλία. Αντί του ιδρώτα η θάλασσα κι αντί το σόι, οι φίλοι. Και πού ξέρεις. Αν είμαστε και τυχεροί, μπορεί και να το καθιερώσουν. Άντε βρε! Και στα δικά μας οι ελεύθεροι!

 

Υ.Γ.:Η επιλογή των ονομάτων της ξαδέρφης και του θείου είναι τυχαία και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Αν έχεις ξαδέρφη Ευδοξία και θείο Χαράλαμπο, συγχώρεσέ με. Ήταν τυχαίο.

Συντάκτης: Δημήτρης Ευσταθιάδης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου