Θεσσαλονίκη, Δεκαπενταύγουστος, 2 χρόνια πριν.

Βαριόμουνα αφόρητα να βγω έξω, το μόνο που ήθελα ήταν να κάτσω στο σπίτι, ν’ αυτοβριστώ που ξέμεινα στην πόλη και να βάλω στο φουλ το κλιματιστικό. Αν δεν είχα να δω εκείνη τη φίλη χρόνια ολόκληρα δε θα έκανα την υπέρβαση.  

Εκείνο το βράδυ δεν είχε να πει και πολλά η Βαλαωρίτου και κατηφορίσαμε προς το λιμάνι. Πήγαμε για ποτό σ’ ένα από τ’ αγαπημένα μπαρ που τύγχανε να είναι ανοιχτό. Φυσικά και τις βραδιές που ξεκινάνε μ’ ένα «βαριέμαι να βγω, προτιμώ να κάτσω μέσα» καταλήγεις να τις θυμάσαι για καιρό.

Συνεχίζαμε να λέμε τα συνταρακτικά νέα των ζωών μας –βίος και πολιτεία ένα πράγμα. Άνετες και χαλαρές καθόμασταν στο μπαρ. Που και που ερχόταν κανένας και μας την έπεφτε, μ’ εκείνες τις ωραίες θανατηφόρες ατάκες και μας έδινε τροφή για περισσότερη κουβέντα.

Ώσπου χωρίς να το πάρω είδηση έρχεται και κάθεται κοντά μου. Είναι από ‘κείνες τις αντιφατικές στιγμές που από τη μια χαλιέσαι που μπήκε στην τσόντα στην παρέα κι από την άλλη σκέφτεσαι «έλα μωρέ και τι πειράζει»;

Και τελικά πείραζε, και πολύ μάλιστα.

Στους περαστικούς πολλές φορές δε δίνουμε την αξία που τους αναλογεί. Στο λέω, πολλές φορές οι περαστικοί μπορούν να γίνουν πολλοί σημαντικοί.

Η συζήτηση ξεκίνησε από κάτι βιβλία και κάποιους συγγραφείς. Είχαμε πολλά κοινά. Βιβλία, μουσική, θέατρο. Και κλασσικά ασχολιόταν με τα οικονομικά (μας έχουν φάει αυτοί οι οικονομολόγοι, να τα λέμε κι αυτά).

Εκείνο το βράδυ κατέληξα να μιλάω σ’ έναν παντελώς άγνωστο, έτσι όπως δεν είχα μιλήσει μέχρι τότε σε κανένα δικό μου άνθρωπο. Μοιράστηκα όνειρα, φόβους, ανασφάλειες, βλακείες του παρελθόντος, χωρίς να μ’ απασχολεί ιδιαιτέρως τι θα σκεφτεί. Εκείνο το βράδυ ήταν ο δικός μου εξομολογητής.

Μοιράστηκα πολλά κι εκείνος μου έδινε όχι συμβουλές αλλά γνώμες για όσα με απασχολούσαν εκείνο το διάστημα.

Μου την είπε άσχημα για το φόβο της έκθεσης που είχα κι έχω ακόμα, για την σκληρή αυτοκριτική. Ήταν συνειδητοποιημένος, έξυπνος κι ως ένα σημείο απόλυτος, κάτι που δε μ’ αρέσει γενικώς στους ανθρώπους, αλλά στο συγκεκριμένο με γοήτευσε.

Περπατήσαμε στην άδεια παραλία. Μου μίλησε κι εκείνος για τον εαυτό του. Η ποίηση ήταν η ζωή του, το πάθος του. Ζούσε κι ανέπνεε για να γράφει ποιήματα. Είδαμε μαζί το ξημέρωμα. Μου πρότεινε να με πάει σπίτι. Προτίμησα να περπατήσω. 

Για οικονομικά δε μιλήσαμε καθόλου, αλλά εγώ η χαζή στάθηκα στους αριθμούς. Δεν έδωσα συνέχεια. Το μόνο που έκανα τις επόμενες μέρες ήταν να πάω στο κοντινό βιβλιοπωλείο .

«Μήπως έχετε την ποιητική συλλογή του Στράτου –παύση». Ούτε το επίθετο του δε τον είχα ρωτήσει.

Από τότε, αν τύχει και πάω σε ποιητική βραδιά ή σε παρουσίαση βιβλίου τσεκάρω το χώρο μήπως και τον συναντήσω. Αν και δε ξέρω αν θα τον αναγνωρίσω.

Είπαμε, στους περαστικούς δίνουμε λιγότερη αξία απ’ όση τους αναλογεί.

  

Συντάκτης: Βασιλική Παγώνη