Έννοια δύσκολη, αλλόκοτη και κατακριτέα. Έννοια πολυφορεμένη, σαν ρούχο που τελικά δεν έχεις καταλήξει αν είναι του γούστου σου ή αποτελεί ακόμη μια μόδα. Έννοια κατ’ εξοχήν διφορούμενη κι απροσδιόριστη. Θα έλεγε κανείς συγκεχυμένη. Γιατί η όποια προσπάθεια να εξηγηθεί τι τελικά περιλαμβάνει αυτό το «α» που στερεί την πίστη ενός ανθρώπου σε έναν άλλον, είναι ανάξια να αποτυπώσει ξεκάθαρα τη μορφή της.

Τι είναι λοιπόν η απιστία; Είναι η φαντασίωση του υποκειμένου που εξάπτει τον πόθο μας; Ή ένα απαγορευμένο χάδι; Είναι η ολοκλήρωση ενός πλατωνικού ειδυλλίου; Ή μήπως την εικόνα συνθέτουν όλα αυτά μαζί; Κι έπειτα, ποιος ευθύνεται; Ο ένας της σχέσης; Και οι δυο τους; Ή μήπως κανένας; Μπορούμε στ’ αλήθεια να προβούμε στην καταδίκη του συντρόφου μας ως ανεπαρκούς ή απλώς αναζητάμε εξιλαστήρια θύματα για το αχαλίνωτο του επιθυμητικού του χαρακτήρα μας;

Απλά ερωτήματα με δύσκολες απαντήσεις και λεπτές ισορροπίες συνθέτουν μια πράξη περίπλοκη και βαριά. Μια πράξη που σε βάθος χρόνου έχει αφοριστεί από πολλούς και έχει τρομοκρατήσει από ακόμα περισσότερους. Η ζωή όμως δεν αποτελείται μόνο από το λευκό και το μαύρο και σίγουρα είναι πιο ενδιαφέρον, προτού απορρίψεις οποιαδήποτε απόχρωση, να γνωρίζεις ότι αυτή τη συνθέτουν πολλά διαφορετικά χρώματα. Όπως ακριβώς και το χαρακτήρα του ανθρώπου συναπαρτίζουν το ένστικτο, το συναίσθημα και η παρόρμηση από τη μια μεριά, η λογική και η σκέψη από την άλλη. Κι όπως ακριβώς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καλή ή κακή η φυσική ορμή, έτσι και ο κάθε προσδιορισμός της έννοιας της απιστίας θα πρέπει να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδους δογματισμό και υπεραπλούστευση.

Γιατί, αν τελικά προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα θα διαπιστώσουμε ότι αυτή ίσως να αποτελεί την έμφυτη τάση του ανθρώπου για κάτι καλύτερο. Το σαράκι που κρύβεται μέσα του και τον κατευθύνει προς την αναζήτηση της πληρότητας και της γαλήνης, η οποία επιτυγχάνεται έστω και προσωρινά από κάποιον τρίτο. Χωρίς απαραίτητα να το επεδίωξε. Χωρίς απαραίτητα να το συνηθίζει. Όμως μέσα σε ένα πλήθος εκατομμυρίων ατόμων, δεν υπάρχει μόνο ένας που θα τραβήξει την προσοχή του. Μια τυχαία γνωριμία στη δουλειά ή μια συνάντηση σε παρέα κοινών φίλων μπορεί να πυροδοτήσει μια σειρά εκρήξεων.

Είναι το ένστικτο και το ένστικτο αποζητά την άμεση ικανοποίηση της ανάγκης, την επίτευξη της μέγιστης δυνατής απόλαυσης, ανεξαρτήτως κόστους. Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να αποτινάξουμε τα πλαίσια του ενστίκτου από την απιστία, διότι ο άνθρωπος δεν αποτελεί μαριονέτα που άγεται και φέρεται από τις ορμές του, η εξήγηση μπορεί να δοθεί κι από τη λογική.

Μέσα μας υπάρχει η επιθυμία για συνεχή εξέλιξη και πρόοδο. Αυτή που μας επέτρεψε να δαμάσουμε ουρανούς και θάλασσες. Είναι όμως η απιστία πρόοδος; Μπορεί όχι, με την καθ’ αυτή έννοια. Αλλά αποτελεί σίγουρα μια καλή ευκαιρία για γνώση. Γιατί μέσα από ένα τρίτο άτομο μαθαίνεις. Μαθαίνεις τι δε θες, τι θες περισσότερο, ανακαλύπτεις κάτι το οποίο ενδεχομένως να μην ήξερες ότι θες. Κι όχι δε γεννιέσαι έτοιμος, ούτε είσαι εξ’ ολοκλήρου όταν αποφασίζεις να δημιουργήσεις μια σχέση. Ανακαλύπτεις τον εαυτό σου και τον άλλον. Δεν είναι ανάγκη να φταίει ο σύντροφός σου και τις περισσότερες φορές δε φταίει. Ας αποτινάξουμε επιτέλους το κλισέ ότι στην απιστία έχουν και τα δύο μέλη ισόποση ευθύνη. Ευθύνη είχε, έχει και θα έχει εκείνος που ενώ κρατάει κάτι καλό (κι αφού ανακάλυψε τι περισσότερο θέλει) αρνείται να επιχειρήσει να το κάνει καλύτερο.

Κι όχι δεν αποτελεί προσπάθεια εξαγνισμού της απιστίας. Αποτελεί περισσότερο προσπάθεια κατανόησης και συμφιλίωσης με την ανθρώπινη φύση από τη μία και έναυσμα για την προσέγγιση ή ακόμα και αντιμετώπισή της. Χωρίς παρωπίδες, χωρίς προσωπικά κολλήματα και εμπειρίες, χωρίς αυταπάτες.

Συντάκτης: Έλλη Βαλή
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου