Τα προσωπικά στοιχήματα είναι επικίνδυνα και ζόρικα. Ανοίγουν πύλες από τις οποίες ποτέ δε ξέρεις τί θα αναδυθεί. Είναι πόρτες μυστικές, απύθμενα πηγάδια που μπορεί να ξεβράσουν θετικά κι αρνητικά συμπεράσματα για το πού θα’ πρεπε να βρίσκεσαι και πού βρίσκεσαι στην ουσία. Μ’ αρέσουν τα στοιχήματα που βάζω με τον εαυτό μου, τα βλέπω σαν test-drive προσωπικής χρήσης. Δεν μπορείς να κρυφτείς από τα πορίσματά σου και με εξίταρε ανέκαθεν να παίζω με τη φωτιά.

Γι’ αυτό ακριβώς λοιπόν δέχτηκα να τον ξαναδώ. Γι’ αυτό δε με ξάφνιασε το τηλεφώνημα που παρακλητικά ζητούσε μια ακόμη συνάντηση μετά από τόσο καιρό. Δε με ένοιαζαν τα κίνητρά του, ήξερα τί ήθελε, άλλωστε δε δέχτηκα για χάρη του, παρ’ ότι έτσι τον άφησα να πιστεύει.

Κλείνω το τηλέφωνο, ετοιμάζομαι γρήγορα, και τον περιμένω. Καθώς πλησιάζει με το αυτοκίνητο, χαίρομαι που το ξέφρενο χτυποκάρδι μου κάθε φορά που τον άκουγα τότε να κοντοζυγώνει, έχει πια σιγήσει. Τώρα μοιάζει περισσότερο με απόηχο ξεχαρβαλωμένης κιθάρας. Οπλίζομαι με ύφος και κάθομαι στη θέση του συνοδηγού.

Το βλέμμα του απολογητικό κι αμυντικό, σαν πληγωμένου σκυλιού· τον ξέρω όμως τόσο καλά όσο νομίζει πως με ξέρει για να αναγνωρίσω τα κόλπα του. Κόλπα που κάποτε έπιαναν και με τούμπαραν σα χθεσινή. Ποντάρει στις αισθήσεις μου γιατί γνωρίζει πως είναι οι κεραίες με τις οποίες αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Με μια μπερδεμένη ιδιοτέλεια και ματαιοδοξία οδηγεί μέχρι εκεί που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Ξέρει πως το χούι μου είναι να συγκρατώ τις στιγμές μου ανεξίτηλες συνδυάζοντάς μυρωδιές με εικόνες. Όλες μου οι αναμνήσεις, καλές ή κακές, έχουν μυρωδιά, μόνο έτσι θυμάμαι τί ζω. Μόνο που τώρα η ανάμνηση που μοσχοβόλαγε το άρωμά του και το υγρό χώμα μετά τη βροχή, έχει ποτίσει υπερβολικά και βρωμάει σαπίλα.

Δε γνωρίζει πως από τότε που έφυγε, έμαθα ότι τα αρώματα, σαν τις αναμνήσεις εξατμίζονται και δεν επιμένω πια να παραμένω στα παροδικά. Ξεδιπλώνει τις σκέψεις του, μιλάει ακατάπαυστα, δικαιολογείται, επιχειρηματολογεί, αλλά το μόνο που κάνω εγώ είναι να βλέπω χείλη να κινούνται. Έμαθα να μην ακούω. Χάνει το χρόνο του κι εγώ απλά επιβεβαιώνομαι για το πόσο έχω ωριμάσει. Με θυμόταν ελαστική και εύθραυστη, ευάλωτη και εύπλαστη, σαν πλαστελίνη που σχηματίζει κατά πώς θέλει, όμως δεν είμαι έτσι πια. Προς μεγάλη του έκπληξη, εισπράττει το απόλυτο μηδέν και πριν προλάβει να με πει κενή, τον επιβεβαιώνω με χαρά πως ναι, είμαι.

Ξέρεις, υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορείς να πονέσεις για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, κι όταν τα μηχανάκια μέτρησης σπάσουν, τότε ο πόνος γίνεται μούδιασμα, νάρκωση. Μπορεί να νιώθεις πολλές φορές πως γυρνάς στο «σημείο μηδέν», πως ποτέ δεν προχώρησες στ’ αλήθεια, αλλά τεστ σαν αυτό σου δείχνουν πόσα έτη φωτός μακριά  απέχεις.

Έτσι κλειδώθηκα, δημιούργησα φράχτες που με προστατεύουν από το σαράκι που θέλησε ξανά ύπουλα και δόλια να παρασιτήσει στην ψυχή μου. Έγινα σκληρή και άκαμπτη σαν πέτρα που αντιστέκεται στα χτυπήματα του ερασιτέχνη πλέον σφυρηλάτη. Του δίνω άφοβα το χρόνο να με μεταπείσει, να μου παρουσιάσει τη δική του εκδοχή, αντλώντας ικανοποίηση απ’ τις μάταιες προσπάθειές του.

Δε με αγγίζουν, με αφήνουν παγερά αδιάφορη. Με κατηγορεί για αναισθησία, νομίζοντας πως με προσβάλει, ενώ για μένα είναι κολακεία και δικαίωση που έγινα τόσο δυνατή κι από θύμα που με νόμιζε, έγινα η σκύλα που τρέμει. Τελείωσε.

Πέρασα ένα απ’ τα σπουδαιότερα test-drive της ζωής μου. Κέρδισα το δικό μου στοίχημα.

Ανανεωμένη και περήφανη που στέκομαι στα πόδια μου, γυρίζω σπίτι και βγάζω την πανοπλία, ανοιχτή για όλα όσα μου αξίζουν. Έμαθα πως δεν πρέπει ν’ αναλώνομαι, μόνο να δίνομαι σε ό,τι αναπτερώνει την καρδιά και το μυαλό μου. Βρήκα τρόπο ν’ αμπαρώνομαι απ’ τη σκαρταδούρα που με κρατάει πίσω και ξαράχνιασε επιτέλους το μέσα μου. Τί κι αν προσπάθησε να με ρίξει από το βάθρο που με τόσο κόπο ανέβηκα;

Θρίαμβος! Ξαναγύρισα στο μέρος  που τον γνώρισα και δεν ένιωσα τίποτα. 

 

Συντάκτης: Νάντια Γιαννέλου