Μοιάζει τελικά απ’ αυτό που είχαμε ονομάσει «σπίτι μας» να έχει μείνει μόνο ένας χώρος απρόσωπος, άδειος, «προς ενοικίαση». Είναι που όλα βρίσκονται στη θέση τους, όλα στην εντέλεια· έπιπλα και διακοσμητικά σε τάξη, στρωμένα κρεβάτια και ντυμένοι καναπέδες.

Όμως κάτι έχει αλλάξει. Το κλίμα βαρύ και νιώθω ν’ ασφυκτιώ απ’ την εκκωφαντική σιωπή που το’ χει πλημμυρίσει. Είναι που τώρα τελευταία κάθεσαι συνέχεια αμίλητος κι ανέκφραστος κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Είναι και που το κενό στο βλέμμα σου μου προκαλεί ρίγη. Είναι και που καιρό τώρα αισθάνομαι να είμαι μέρος μιας τελευταίας κατηγορίας θεατρικής παράστασης που ετοιμάζεται να ρίξει αυλαία. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι που δεν αντιλαμβάνεσαι πως εδώ και καιρό τώρα μετράμε αντίστροφα.

Γι’ ακόμη μια φορά θα σου πω πως βρισκόμαστε στο «και πέντε» της διάλυσης κι απλώς θα συνεχίσεις να κάνεις πως δε μ’ ακούς. Έσπασαν τα ρολόγια, τέλειωσαν τα χρονικά περιθώρια των αναβολών· ώρα να ξυπνήσεις. Για πόσο ακόμα θα αγνοείς τα τρανταχτά σημάδια του τέλους, επιμένοντας να εθελοτυφλείς;

Προσωπικά, κουράστηκα. Αρνούμαι να υποκύπτω άλλο στο συμβιβασμό που αποκαλούμε σχέση. Βαρέθηκα να σηκώνομαι κάθε πρωί μ’ αυτό το αίσθημα της βύθισης και να μην έχω καν το δικαίωμα να παλέψω για να βγω στον αφρό. Δεν είμαι εγώ πια, ξυπνάω στη ζωή κάποιας άλλης. Μετά βίας επιβιώνω σε μια παραγινωμένη ρουτίνα που η μόνη της προοπτική είναι η καθοδική πορεία. Δε ξέρω για σένα, αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο πάτο. Ριζώσαμε σ’ ένα σπίτι που δε θέλω άλλο να μένω, γιατί νιώθω κατάσαρκα το «δηλητήριο» της κάθε σκέψης, κάθε ανάσας που χαραμίζω εδώ.

Δεν άλλαξαν τα συναισθήματα μου για σένα. Γι’ αυτό και παλεύω να περισώσω κάτι από τ’ απομεινάρια όσων ζήσαμε. Οι σχέσεις όμως θέλουν σύμπλευση και αμοιβαίες προσπάθειες, να μη τα παρατάς, να μη ξέρεις πώς τα παρατάνε. Σου λέω πως δεν πάει άλλο, πως απηύδησα να νοιάζομαι μόνο εγώ για μας, και πως θα φύγω.

Μα μη μ’ ακούς· στην πραγματικότητα εκλιπαρώ για μια σου κουβέντα. Κλείσε μου το στόμα, φώναξέ μου «μη φεύγεις, πού πας», «σε νοιάζομαι». Κράτα με κοντά σου. Πες μου πως αγωνιάς, πως πονάς κι εσύ, κι ας μη το εννοείς. Φράκαρέ μου το δρόμο, κλείδωσε την εξώπορτα, απότρεψέ με απ’ το να φύγω, σπάσε δυο πιάτα να μου δείξεις ότι κι εσύ νιώθεις ακόμα κάτι. Ακόμη κι ένα ψεύτικο βλέμμα σου θα με κρατήσει. Αρκεί να δω πως θέλεις και συ να το σώσουμε.

Όμως εσύ έχεις μαλώσει με τον α’ πληθυντικό κι έχεις επαναπαυτεί στο β’ ενικό μου. «Εσύ τραβάς μπροστά» θα μου πεις, αλλά έχω σταματήσει να πιστεύω πως το λες θεωρώντας με δυνατή. Πάρε τα ηνία, για μια φορά, τώρα, στην πιο κρίσιμη καμπή μας. Σε χρειάζομαι παρών, στήριξέ με τώρα που λυγίζω, τώρα που προσπαθώ ν’ αναθερμάνω τα αποκαΐδια της σχέσης μας. Έχω ανάγκη απ’ τη δική σου σπίθα για να ζωντανέψω ξανά τη φλόγα μας.

Αφού λοιπόν σ’ αυτή τη σχέση ποτέ δεν παίζαμε επί ίσοις όροις, έπρεπε να καταλάβω ότι ήταν εξ ορισμού λάθος και ασθενής. Χρεώνομαι πλήρως τη διατήρησή της — ε ας χρεωθώ και την καταστροφή της. Είναι που αρρώστησα μες στην τόση «ησυχία, τάξη κι ασφάλεια». Είναι που οι φόβοι μου γίνανε οργή. Γκρεμίζω την εντέλεια που κατοικεί η αδιαφορία σου και δίνω στην εσωτερική μου τρικυμία σάρκα και οστά.

Ίσως τα σκορπισμένα πράγματά σου, τα μετακινημένα έπιπλα και το γενικό χάος που επικρατεί σε βοηθήσουν σχηματικά να με νιώσεις για λίγο. Θραύσματα και συντρίμμια παντού μέσα μου, σμπαράλια κι ο επίλογος της καχεκτικής συνήθειας μας.

Κάνε κάτι, βρίσε ανάθεμά σε, αντίδρασε. Πες μου πως είμαι τρελή, πως δε ξέρω τι κάνω, πως παραλογίζομαι. Δωσ’ μου  ένα λόγο να μείνω. Εκμεταλλεύσου την τελευταία ευκαιρία που σου δίνω τώρα που είμαι με το ένα πόδι έξω απ’ την πόρτα.

Μάταια όμως. Μέχρι και την ύστατη αυτή στιγμή με κοιτάς σα να μη τρέχει τίποτα, σα να μη με ξέρεις, σα να μη μ’ έμαθες ποτέ. Αναρωτιέμαι πού πήγε το φως σου, αν έχει μείνει ίχνος ζωής μέσα σου.

Το κουράσαμε πολύ. Στέκω μόνη κι επίσημα.

Ξημέρωσε, έφυγα.

 

 

Συντάκτης: Νάντια Γιαννέλου