Article of the day: Γνωρίστε τη νέα pillowfighter Αμάντα Δουλγεράκη στο πρώτο της άρθρο: Δες το εδώ!

%cf%83%ce%b4%cf%86%ce%b3

(στεναχωρημένο παιδί, με βουρκωμένα μάτια και σκυφτό κεφάλι)

-Μαμά/Μπαμπά, ο Γιωργάκης με πειράζει συνεχώς στο σχολείο, με σπρώχνει, μου πετάει πράγματα. Δεν του ‘χω κάνει κάτι.

(χαμογελάει ο «σοφός» γονιός)

– Είναι επειδή του αρέσεις παιδί μου! Γι’ αυτό!

(το παιδί μένει να κοιτάει αποχαυνωμένο, οπότε σπεύδει ο γονιός να «εξηγήσει»)

-Ξέρεις, καμιά φορά οι άνθρωποι, όταν μας αρέσει κάποιος και δεν ξέρουμε πώς να του το πούμε ή να το δείξουμε, του πάμε κόντρα κι αρχίζουμε τα πειράγματα, ώστε να τραβήξουμε την προσοχή του. Δείχνουμε έτσι μ’ έμμεσο τρόπο το ενδιαφέρον μας προς αυτόν!

(Δέχεται την απάντηση, γυρνάει το κεφάλι, φεύγει και δουλεύει αυτή τη νέα πληροφορία που μόλις εισέπραξε, προσπαθώντας να την αποκωδικοποιήσει μέσα του.)

Και κάπως έτσι μεγαλώνουμε και πορευόμαστε όλοι με τη δεδομένη πεποίθηση πως όποιος μας πάει κόντρα, σημαίνει ότι κατά μια μεγάλη πιθανότητα ενδιαφέρεται για ‘μας. Ότι δε μας βλέπει μόνο φιλικά, απλώς είναι ο μόνος τρόπος που αισθάνθηκε άνετα να εκφράσει αυτό που νιώθει. Κι αντίστοιχα, έρχεται και η συνειδητοποίηση πως όταν αρέσει σ’ εμάς κάποιος, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την τεχνική -που αργότερα μαθαίνουμε ότι ονομάζεται φλερτ- για να δείξουμε στον άλλον αυτό μας το ενδιαφέρον. Το τι γίνεται είναι να διαιωνίζουμε κι εμείς οι ίδιοι αυτό το σκεπτικό, τόσο μέσα από δικές μας συμπεριφορές κι αντιδράσεις σε σχέσεις μας, όσο κι από αντίστοιχες εξηγήσεις που ενδέχεται να δίνουμε στα σημερινά παιδιά.

 

 

 

Δεν ξέρω για τ’ άλλα παιδιά, πάντως σε μια κουβέντα που είχα πριν 3 χρόνια με τον επτάχρονο τότε ξάδερφό μου, όταν μου είχε πει για τις κόντρες που είχε μ’ ένα κοριτσάκι στην τάξη του -και φυσικά με τη σειρά μου κι εγώ έβαλα στο τραπέζι αυτή την πιθανότητα-, η απάντηση είχε έρθει άμεσα κι ήταν κάθετη. «Όχι, δεν είναι αυτό. Μου σπάει τα νεύρα, με εκνευρίζει ο τρόπος που μιλάει, και δε θέλω να νικάει, οπότε της πάω κόντρα. Εξάλλου εμένα μου αρέσει η Ελένη από το Β2, και της το πα.». Πού να ‘ξερε πως αυτό που είπε εκείνη ακριβώς την ώρα, η αμεσότητα και η σιγουριά που έβγαλε, είναι λέξεις που σπανίζουν στον πραγματικό κόσμο των ενηλίκων.

Ένα σενάριο, παρ’ όλα αυτά, που μας φέρνει σε μια ενδιαφέρουσα ερώτηση. Μήπως αυτή η τεχνική του φλερτ «σου πάω κόντρα, μου πας κόντρα» είναι πλέον ξεπερασμένη; Μήπως ξενερώνει αντί να δημιουργεί χαλί για γνωριμίες, πάθος και επικοινωνία; Μήπως αντί να ενώνει ανθρώπους και να τους φέρνει κοντά, κάνει ακριβώς το αντίθετο; Αν ναι, γιατί τότε εμείς εμμένουμε να τη χρησιμοποιούμε ακόμη; Δεν έχουμε άλλους τρόπους να εκφράσουμε αυτό που νιώθουμε; Όντως τώρα;

Ναι σύμφωνοι, ως ένα βαθμό η κόντρα δημιουργεί ένα πάθος κι αν και οι δύο που μπαίνουν σ’ αυτή τη διαδικασία αισθάνονται το ίδιο απέναντι στο άλλο άτομο, τότε είναι κάτι σαν μυστικό, ώστε να φέρουν κοντά μ’ αυτό τον τρόπο ο ένας τον άλλο. Αυτό βέβαια, προϋποθέτει ακριβώς την πιο πάνω παραδοχή, ότι και οι δύο γνωρίζουν πώς αισθάνεται ο ένας για τον άλλο. Άρα σε κάποια άλλη σφαίρα πραγματικότητας, έχει ήδη γνωστοποιηθεί.

Όταν μιλάμε όμως καθαρά για φλερτ, σημαίνει αναφερόμαστε στα σχετικά αρχικά στάδια μιας γνωριμίας. Κι αν δεν ξέρεις καλά-καλά τον άλλο, γιατί να υποθέσεις πως αυτή του η συμπεριφορά υποδεικνύει ενδιαφέρον; Άλλωστε ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι έχουν μια άποψη. Οι κόντρες και οι διαφωνίες σε τυχόν συζητήσεις και πρακτικές καταστάσεις δίνουν και παίρνουν. Άρα μια τέτοια τεχνική δεν ισχύει, αφού αφήνει πολλά περιθώρια ανοιχτά για παρερμήνευση. Είμαστε πιο πρόθυμοι από ποτέ να «την μπούμε» στον άλλο, να τον ανταγωνιστούμε, να τον κοροϊδέψουμε, να τον μειώσουμε, να φανούμε εμείς καλύτεροι κι ανώτεροι, κάτι που μας βάζει πιο εύκολα και στο τριπάκι της όποιας κόντρας, αφού ο εγωισμός μας και η ανάγκη να «νικήσουμε» ή να έχουμε δίκιο τρέφονται απ’ αυτό.

Έπειτα είναι και το άλλο. Η τεχνική αυτή διατρέχει το ρίσκο να μας κάνει να δείχνουμε τον λιγότερο καλό (αν όχι κακό δηλαδή) εαυτό μας από την αρχή μιας γνωριμίας. Οι κόντρες έχουν το χαρακτηριστικό του ανταγωνισμού, της δίψας για επικράτεια κάτι που ξυπνάει μέσα μας και πολλές φορές πάνω στην ένταση κι έξαψη της στιγμής, ψάχνοντας και τρόπους να βρεθούμε από πάνω.

Τα πειράγματα μπορούν να ξεπεράσουν τα όρια με αποτέλεσμα ο άλλος απέναντί μας να ξενερώσει ή να ενοχληθεί. Με τις επιλογές για κοινωνικοποίηση, γνωριμίες και συναναστροφές που υπάρχουν πλέον, είναι λιγοστές οι πιθανότητες να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία όταν τέτοια κομμάτια γίνουν αντιληπτά από τόσο νωρίς. Τα οποία παρεμπιπτόντως, δε σημαίνει πως πρέπει να κρύβονται, απλά δεν είναι αυτά με τα οποία θα έπρεπε να επιθυμεί κανείς να συστήσει τον εαυτό του με το «καλημέρα σας». Μ’ αυτά τα δεδομένα, η επιλογή της συγκεκριμένης τακτικής για φλερτ, μοιάζει κάπως χαζή.

Είναι βέβαια κι οξύμωρο, πώς ενώ σ’ άλλα θέματα έχουμε εξελιχθεί -μάθαμε να διεκδικούμε, να λέμε απόψεις ανοιχτά, να εκφράζουμε αυτό που θέλουμε- όταν το θέμα έρθει στις σχέσεις και στα συναισθήματα υπάρχει ακόμη αυτό το κόλλημα στο να εκφράσουμε ειλικρινά πώς νιώθουμε. Μας πιάνει η ντροπή, η ανασφάλεια της απόρριψης κι έτσι καταλήγουμε να κρυβόμαστε πίσω από αυτή την ανορθόδοξη συμπεριφορά για να δείξουμε έμμεσα πώς νιώθουμε με τη λιγότερη δυνατή πιθανή απώλεια.

Ποιος ψάχνει όμως άτομα αβέβαια; Που δεν έχουν το θάρρος των θέλω τους; Που δεν μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα κι ίσια αυτό που νιώθουν και καταφεύγουν σε καμουφλαρισμένες, -παιδιάστικες στο τέλος της ημέρας- τεχνικές τις οποίες δικαιολογούν κάτω από το πρόσχημα του πάθους; Αν θέλει κάποιος να δημιουργήσει αυτά, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να το κάνει, πιο διαδραστικοί, πιο έξυπνοι, με περισσότερο ενδιαφέρον, που περιλαμβάνουν κι άμεση επαφή και ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων.

Στα επιπλέον, αυτή η προσέγγιση καταντάει και κουραστική, αφού δημιουργεί ένα πλαίσιο στο οποίο οι εμπλεκόμενοι μαθαίνουν να δρουν και να το βλέπουν ως φυσικό, που δεν επιτρέπει όμως τον αυθορμητισμό και το αληθινό μοίρασμα. Δηλαδή, είναι το σκεπτικό «μου μπαίνει, πρέπει να την μπω κι εγώ για να μιλάμε την ίδια γλώσσα κι έτσι να μεταφέρω κι εγώ το μήνυμα πως ενδιαφέρομαι». Κι έπειτα χάνεται η ουσία. Αφού δεν ακολουθείται μια εποικοδομητική συναναστροφή που να επιτρέπει την ουσιαστική γνωριμία σε προσωπικό επίπεδο των ατόμων, καθώς η κύρια έγνοια είναι ποιο θα είναι το επόμενο πείραγμα και ποιος θα παραβγεί ποιον.

Ακόμη κι αν ο φακός μας στραφεί προς τα παιδιά, δε νομίζω να βρούμε την απάντηση που φανταζόμαστε. Καθώς σ’ αυτά συναντάμε πλέον μια αμεσότητα, ειλικρίνεια, τεχνολογικές και κοινωνικές δεξιότητες άνευ προηγουμένου, στοιχεία που τους επιτρέπουν να αισθάνονται και πιο σίγουρα για την όποια άποψη και θέλω τους και να τα εκφράζουν χωρίς δεύτερες σκέψεις. Κι εμείς στον ίδιο κόσμο δε ζούμε; Με τις ίδιες επιρροές κι εξελίξεις; Γιατί λοιπόν εμείς ακόμη στρουθοκαμηλίζουμε; Για έναν εγωισμό; Για μια ριγμένη περηφάνια;

Είναι σαν να λέμε πως ο μόνος τρόπος που μπορούμε να τραβήξουμε την προσοχή του άλλου και να έχουμε πιθανότητες να ενδιαφερθεί, είναι αν κάνουμε κάτι κραυγαλέο, να φωνάξουμε με μια ντουντούκα. Κάτι που βγάζει ανασφάλεια, αφού δείχνει άτομο που πορεύεται με τη «safe» επιλογή, ώστε σε περίπτωση που δεν υπάρχει ανταπόκριση, να μπορεί να πει «ούτε γάτα ούτε ζημιά», από το να νιώθει ευάλωτος που ανοίχτηκε και δε βρήκε ανταπόκριση. Κι αυτό είναι κάτι που γίνεται αντιληπτό και δεν προσπερνάται το ίδιο όπως παλαιότερα.

Έχουμε μπουχτίσει με τόσα ψέματα, καλύψεις, έμμεσους υπαινιγμούς, καταστάσεις Πυθίας στη ζωή μας σε διάφορους άλλους τομείς, κοινωνικούς, εργασιακούς, πολιτικούς, οικονομικούς, που όταν είναι να μιλήσουμε για ενδιαφέρον, φλερτ, αγάπη κι έρωτα, θέλουμε τα πράγματα  να είναι πιο ξεκάθαρα. Θέλουμε ανθρώπους να μας διεκδικούν με σιγουριά, φανερά, άμεσα. Έτσι πρέπει να θέλουμε να διεκδικούμε κι εμείς τον άλλο. Όχι με μετριότητες, έμμεσες καταστάσεις που αφήνουν στο τέλος της ημέρας τον παραλήπτη των μηνυμάτων να διερωτάται «τώρα με φλερτάρει ή όχι;».

Τι πιο ωραίο λοιπόν το «μ’ αρέσεις, σε θέλω» σου, να βρει μια απάντηση όπως «κι εμένα»; Το επίμονο βλέμμα σου να συναντήσει το λάγνο βλέμμα του απέναντι; Το σαγηνευτικό όλο νόημα χαμόγελό σου να καθρεφτιστεί στο πρόσωπο του άλλου; Το «αθώο» άγγιγμα στον ώμο ή την πλάτη, να πάρει ως απάντηση ένα εκστατικό βλέμμα εν συνοδεία χαμόγελου; Τι πιο ωραίο, τελικά, από το φλερτ που όλο νόημα δίνει ξεκάθαρα το σήμα;

 

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Άννα Μετόχη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου