Είναι μυστήριο για μένα. Όχι η πλεονεξία. Αυτή την καταλαβαίνω. Είναι αρχαία. Ζούσε μέσα μας πριν μάθουμε να γράφουμε το όνομά μας. Πριν χτίσουμε πόλεις. Πριν εφεύρουμε θεούς για να μας συγχωρούν και τράπεζες για να μας δανείζουν τις ζωές που δεν μπορούμε να αγοράσουμε.

Το μυστήριο είναι άλλο. Πώς καταφέραμε να την ονομάσουμε πρόοδο. Πώς κάναμε την αρρώστια φιλοδοξία. Την απληστία, επιτυχία. Τον φόβο, ασφάλεια. Την αδιάκοπη κατανάλωση, τρόπο ζωής.

Πώς πείσαμε τον άνθρωπο ότι πρέπει να θέλει περισσότερα από όσα χρειάζεται; Και μετά ακόμη περισσότερα. Μέχρι να τα αποκτήσει όλα. Μέχρι να μην μπορεί να σηκώσει ούτε το βάρος τους ούτε τον εαυτό του.

Του είπαμε πως μόνο όταν γεμίσει το σπίτι του θα αδειάσει το κεφάλι του. Μόνο όταν γεμίσει τον λογαριασμό του θα ησυχάσει η καρδιά του. Μόνο όταν αγοράσει το επόμενο αυτοκίνητο. Το μεγαλύτερο σπίτι. Το ακριβότερο ρολόι. Την ομορφότερη γυναίκα. Το νεότερο πρόσωπο. Το πιο φωτογενές ηλιοβασίλεμα. Μόνο τότε θα είναι ελεύθερος.

Ψέματα. Καλοδουλεμένα. Γυαλισμένα. Με δόσεις.

Η ελευθερία δεν έρχεται όταν αποκτήσεις τα πάντα. Έρχεται όταν συνειδητοποιήσεις πόσο λίγα χρειάζεσαι για να μη γονατίσεις μπροστά σε κανέναν. Κι αυτό η κοινωνία δεν μπορεί να στο συγχωρήσει. Γιατί ένας άνθρωπος που χρειάζεται λίγα είναι επικίνδυνος. Δεν εκβιάζεται εύκολα. Δεν αγοράζεται φθηνά. Δεν φοβάται τόσο πολύ μήπως χάσει.

Και όποιος δεν φοβάται να χάσει, δεν γίνεται καλός υπάλληλος της μηχανής. Δεν κυνηγάει κάθε καρότο που του κρεμάνε μπροστά στη μούρη. Δεν δουλεύει μέχρι να πεθάνει για να αγοράσει πράγματα που θα πετάξουν τα παιδιά του μόλις πεθάνει.

Κοινωνία. Είσαι μια παλιά φαντασία του ανθρώπου. Μια συμφωνία που ξέφυγε από τα χέρια των συμβαλλομένων. Φτιαχτήκαμε για να προστατεύουμε ο ένας τον άλλον από τα θηρία και καταλήξαμε να προστατεύουμε το θηρίο που δημιουργήσαμε μεταξύ μας.

Είσαι μια τρελή ράτσα. Τρως τους ανθρώπους σου και μετά τους βάζεις μαρμάρινες πλάκες. Τους λες να είναι διαφορετικοί και τους τιμωρείς όταν διαφέρουν. Τους λες να ακολουθήσουν το όνειρό τους, αρκεί το όνειρό τους να έχει μισθό. Ασφάλιση. Κοινωνική αποδοχή. Καλό ντύσιμο. Σωστή φωτογραφία προφίλ.

Τους λες να είναι ο εαυτός τους, αλλά όχι πολύ. Όχι τόσο ώστε να ενοχλεί. Όχι τόσο ώστε να αμφισβητεί. Όχι τόσο ώστε να θυμίζει στους υπόλοιπους πως ζουν ξένες ζωές.

Φτιάξαμε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αγοράζουν μεγαλύτερα σπίτια επειδή δεν χωράνε πια μέσα στα μικρά τους κεφάλια. Χτίζουν δωμάτια που δεν χρησιμοποιούν. Γκαράζ για αυτοκίνητα που δεν προλαβαίνουν να οδηγήσουν. Ντουλάπες γεμάτες ρούχα για σώματα που μισούν. Παίρνουν διακοπές για να αναρρώνουν από δουλειές που κάνουν για να πληρώνουν τις διακοπές.

Και κάθε Κυριακή το βράδυ κάτι πεθαίνει μέσα τους. Αθόρυβα. Χωρίς πιστοποιητικό θανάτου. Χωρίς κηδεία. Τη Δευτέρα το πρωί σηκώνονται. Φοράνε το πουκάμισο. Βάζουν καφέ. Μπαίνουν στην κίνηση. Και λένε ότι αυτή είναι η ζωή.

Όχι. Αυτή είναι η διαχείριση ενός αργού θανάτου.

Η ζωή είναι αλλού. Είναι σε εκείνη τη στιγμή που δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα. Στο χώμα που μυρίζει μετά τη βροχή. Στη σιωπή ενός ανθρώπου που κάθεται δίπλα σου χωρίς να απαιτεί να τον διασκεδάσεις. Στον δρόμο που δεν ξέρεις πού τελειώνει. Στο παλιό αυτοκίνητο που σε πήγε πιο μακριά από όλα τα καινούργια όνειρα. Σε ένα τραπέζι με ψωμί. Κρασί. Δυο φίλους. Και κανέναν να κοιτάζει το ρολόι.

Αλλά αυτά δεν πουλάνε εύκολα. Δεν έχουν αναβάθμιση. Δεν βγαίνουν σε καινούργιο μοντέλο κάθε χρόνο. Γι’ αυτό μας μάθατε να περιφρονούμε το αρκετό. Να το θεωρούμε αποτυχία.

Όποιος λέει «έχω αρκετά» αντιμετωπίζεται σαν να εγκατέλειψε τη μάχη. Μα ίσως αυτός είναι ο μόνος που κατάλαβε ότι η μάχη ήταν στημένη.

Όταν θέλεις περισσότερα από όσα έχεις, αρχίζεις να πιστεύεις ότι τα χρειάζεσαι. Και όταν σκέφτεσαι περισσότερο από όσο αντέχει η ψυχή σου, οι σκέψεις αρχίζουν να ματώνουν. Γίνονται φωνές. Γίνονται νύχτες χωρίς ύπνο. Γίνονται ένα βάρος στο στήθος χωρίς όνομα.

Ένα κενό που προσπαθείς να γεμίσεις με αγορές. Με ανθρώπους. Με χειροκροτήματα. Με σεξ. Με εξουσία. Με ταξίδια που φωτογράφισες, αλλά δεν έζησες. Και το κενό κάθεται εκεί. Ατάραχο. Σε κοιτάζει.

Γιατί το κενό δεν θέλει πράγματα. Θέλει αλήθεια. Θέλει να παραδεχτείς ότι μπορεί να ανέβηκες τη σκάλα και να την είχες ακουμπήσει σε λάθος τοίχο. Ότι μπορεί να κέρδισες το παιχνίδι και να έχασες τη ζωή. Ότι μπορεί να σε γνωρίζουν χιλιάδες άνθρωποι, αλλά να μη σε ξέρει κανείς. Ούτε εσύ. Σκληρό. Ναι. Αλλά δε με ενδιαφέρει πια να χαϊδεύω τις αυταπάτες μας. Αρκετά μας χάιδεψαν για να μας βάλουν για ύπνο.

Ώρα μηδέν, λοιπόν. Ώρα να μετρήσουμε όχι όσα αποκτήσαμε, αλλά όσα μας απέμειναν. Πόση ψυχή. Πόσο θάρρος. Πόση αλήθεια μπορούμε ακόμη να αντέξουμε.

Πόσους ανθρώπους έχουμε δίπλα μας που θα έμεναν, ακόμη κι αν χάναμε τον τίτλο. Τα χρήματα. Τη δύναμη. Τη χρησιμότητά μας. Πόσοι αγαπούν εμάς και πόσοι αγαπούν την πρόσβαση που τους δίνουμε. Πόσες από τις επιθυμίες μας είναι δικές μας και πόσες μας τις φύτεψαν στο κεφάλι άνθρωποι που κερδίζουν όταν αισθανόμαστε λίγοι.

Ίσως πρέπει κι εγώ να βρω ένα μεγαλύτερο μέρος. Όχι για να βάλω μέσα περισσότερα πράγματα. Για να χωρέσω όσα έζησα. Γιατί όταν ζεις περισσότερα από όσα σκέφτεσαι, χρειάζεσαι χώρο.

Χώρο να απλώσεις τις πληγές σου. Τις ήττες. Τους ανθρώπους που αγάπησες και δεν μπόρεσαν να μείνουν. Τα ταξίδια που σε άλλαξαν. Τις φορές που έπεσες και σηκώθηκες βρίζοντας. Τις νύχτες που φοβήθηκες, αλλά προχώρησες.

Δεν θέλω μεγαλύτερο σπίτι. Θέλω μεγαλύτερη ζωή. Με λιγότερα έπιπλα και περισσότερους ορίζοντες. Με λιγότερες γνώμες και περισσότερη σιωπή. Με λιγότερους ανθρώπους γύρω μου, αλλά περισσότερους ανθρώπους μέσα μου.

Θέλω να πετάξω ό,τι μου είπαν ότι χρειάζομαι και να κρατήσω ό,τι θα μου λείψει όταν έρθει η τελευταία ώρα. Κι όταν φύγω. Γιατί θα φύγω. Όπως όλοι.

Ελπίζω, κοινωνία, να μη νιώσεις μόνη χωρίς εμένα. Θα βρεις άλλους. Πάντα βρίσκεις. Νεότερους. Πιο πεινασμένους. Πιο φοβισμένους. Θα τους τάξεις ότι κάποτε θα είναι αρκετοί. Θα τους βάλεις να τρέχουν. Θα τους δώσεις αριθμούς για να μετρούν την αξία τους. Ακολούθους. Τετραγωνικά. Κυβικά. Τίτλους. Μισθούς. Likes. Και αυτοί θα τρέχουν μέχρι να ξεχάσουν πού πήγαιναν. Εγώ, όμως, θέλω να κατέβω πριν από το τέρμα. Να περπατήσω λίγο μόνος. Να ακούσω ξανά τη φωνή μου χωρίς τις διαφημίσεις σου από πάνω. Να θυμηθώ ποιος ήμουν πριν μου πεις ποιος πρέπει να γίνω. Και ίσως, για πρώτη φορά, να μην αισθανθώ φτωχός επειδή δεν έχω τα πάντα. Να αισθανθώ πλούσιος επειδή δεν χρειάζομαι πια τόσα.

Κοινωνία. Ώρα μηδέν. Σβήσε τα φώτα. Η παράσταση τελείωσε. Οι θεατές έγιναν ηθοποιοί. Οι ηθοποιοί ξέχασαν τα λόγια. Κι εγώ δεν σκοπεύω να αυτοσχεδιάζω άλλο μέσα στο δικό σου έργο.

Θα γράψω το δικό μου. Άτσαλο. Βρόμικο. Αληθινό. Χωρίς χορηγούς. Χωρίς εγγυημένο τέλος.

Και όπως τραγούδησε ο Eddie Vedder, «Society, you’re a crazy breed».

Συντάκτης: Κπτ. Γιώργος Μπαρμπαρής