Πριν κάτι μέρες, έπεσε στα χέρια μου ένα «ελαφρύ» περιοδικό και μιας και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, είπα να του δώσω μια ευκαιρία και να το ξεφυλλίσω βρε αδερφέ. Καθώς χάζευα λοιπόν τις μονδελίστικες εικόνες, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο που μιλούσε για το πόσο ωραία είναι η σχέση, με κάποιον ξένο. Ναι καλά καταλάβατε, Ιταλό, Γάλλο, Άγγλο, Πορτογάλο. Κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα αυτά μαζί.

Υποστήριζε συγκεκριμένα, ότι ο έρωτας με πολίτη κάποιας άλλης Ευρωπαϊκής χώρας, πέρα της Ελλάδος, είναι τόσο μαγικός όσο και η διαφορετική του γλώσσα. Κλισέ, κλισέ και πάλι κλισέ. Βέβαια για να στηρίξουν τη σαθρή τους επιχειρηματολογία, είχαν λύσει ένα πολύ βασικό πρόβλημα. Υπήρχε μία τουλάχιστον κοινή γλώσσα. Και ερωτώ σαν παιδί κι εγώ, που πολλές απορίες έχω, τι γίνεται όταν η μόνη γλώσσα που είναι κοινή, είναι αυτή του σώματος; Είναι όντως τόσο ονειρικά τα πράγματα;

Ας υποθέσουμε ότι βρίσκεσαι στην Ιταλία για Μεταπτυχιακό και πέφτεις πάνω στον έρωτα της ζωής σου, που όμως είναι Γάλλος και έχει βρεθεί εκεί για διακοπές. Δεν ξέρει γρι ιταλικά (ούτε έχει σκοπό να μάθει), ούτε αγγλικά, των οποίων εσύ κατέχεις τρία πτυχία και εσύ οι μόνες λέξεις που γνωρίζεις από τη δική του γλώσσα, είναι το αξεσουάρ(ρ), το φερ(ρ)μουάρ(ρ) και το κρ(ρ)ουασάν.

Κι ας υποθέσουμε πάλι, ότι σε ερωτεύεται κι αυτός τρελά και αποφασίζετε να κάνετε μια προσπάθεια για σχέση. Τότε τι γίνεται; Θα σου πω εγώ τι γίνεται ευθύς αμέσως. Δεν παίζετε σε χολιγουντιανή ταινία, όπου θα τρέξουν οι πρωταγωνιστές να μάθουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου μέσα σε δύο βδομάδες, ούτε θα ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια και θα ζήσουν καλά και ευτυχισμένοι μιλώντας μόνο τη νοηματική.

Κάποια στιγμή το γλυκό θα χαλάσει για πρακτικούς κυρίως λόγους. Στην αρχή όλα θα είναι πρωτόγνωρα και αστεία. Θα προσπαθείς να του μάθεις λέξεις, φράσεις και αυτός το ίδιο. Να του δώσεις όλες σου τις γνώσεις και να πάρεις κι εσύ νέες από εκείνον. Θα είστε συνέχεια με ένα λεξικό στο χέρι ή θα σκιτσάρετε και θα κουνιέστε σαν χταπόδια λες και παίζετε στον τελικό Παντομίμα-Pictionary.

Και θα μου πεις τι καλά, μία σχέση με ενδιαφέρον και θα σου πω τι καλά, μία σχέση χωρίς μέλλον.

Γιατί ωραία τα παιχνίδια και τα ακροβατικά, όμως μετά από λίγες μέρες όλα αυτά θα αντικατασταθούν από την κούραση και τα νεύρα. Θα θες να σου φτιάξει ένα καινούργιο φαγητό, γιατί είσαι και πολυάσχολο κορίτσι κι αφού θα κάνεις δέκα ώρες να του το εξηγήσεις, θα θέλει να σε μάθει και πως λένε τα υλικά στη γλώσσα του. Χρυσέ μου να το φάω θέλω, όχι να δώσω εξετάσεις για το Β2.

Θα είσαι στο μπάνιο και θα κάνεις ντους και θα φωνάζει να τελειώνεις και εσύ με το νερό να τρέχει θα νομίζεις πως σου λέει σ’ αγαπώ και θα καταλήξει να κάψει την αγαπημένη σου βοκαμβίλια στο μπαλκόνι. Η σχέση για να τσουλήσει, θέλει καλή επικοινωνία και όταν δεν υπάρχει ούτε μία κοινή γλώσσα, η ομάδα έχει φάει γκολ από τα αποδυτήρια.

Τι να σου κάνει η διαίσθηση, το ένστικτο και η βλεμματική επαφή. Όσο χρειάζεται να λες και να ξαναλές πράγματα μέχρι να τα κατανοήσει, τόσο όλο αυτό θα σε βαραίνει και θα σε εκνευρίζει. Εδώ η επανάληψη βλέπεις, δεν είναι τόσο μήτηρ μαθήσεως, όσο παθήσεως.

Όσο περνάει ο καιρός φυσικά, κάποια βασικά πράγματα θα γίνουν κατανοητά και από τους δυο και έτσι αν καταφέρετε να ξεπεράσετε τα πρώτα σύννεφα, ίσως και να περάσετε στο επόμενο επίπεδο της σχέσης. Όμως και πάλι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Σκέψου μόνο τι θα γίνει όταν θα θες να συζητήσετε κάποιο θέμα που σε απασχολεί και έχεις θυμώσει. Θα καταφέρεις να συγκρατηθείς και να του τα εξηγήσεις όλα χορεύοντας lambata στο σαλόνι;

Κι όταν θα θες να μιλήσετε περί ανέμων και υδάτων, θα τα γράψεις όλα πρώτα σε ένα χαρτί, μαντεύοντας και τις δικές του ερωτο-απαντήσεις; Σε αυτή την περίπτωση καλό θα ήταν, αν όντως το βλέπετε για σοβαρά, να ξεκινήσετε και οι δυο κάποια μαθήματα, πριν τα πράγματα γίνουν σκούρα. Να φτάσετε σε ένα κοινό σημείο τουλάχιστον.

Βασικοί παράγοντες στο όλο εγχείρημα είναι ο χρόνος και η διάθεση. Πόσο χρόνο θα έχετε μαζί και χωριστά, αλλά και όρεξη για να προσπαθήσετε να φτάσετε στο κοινό σημείο επικοινωνίας. Αν μιλάμε για μια καλοκαιρινή γνωριμία τριών ημερών ή για μια σχέση δύο εβδομάδων, τότε η γλώσσα του σώματος θα έλεγα ότι είναι υπεραρκετή.

Αν όμως θέλετε να γίνει κάτι σωστό και σοβαρό, τότε σίγουρα τα στοιχεία χρόνος και διάθεση θα διπλασιάσουν τα ποσοστά τους. Και τελικά καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η σχέση με ξένο, χωρίς γλωσσική ταύτιση λήγει άδοξα, γιατί από την αρχή ζητάει πολλά.

Έχει φτάσει από την πρώτη χειραψία στο level 5, εκεί δηλαδή που αφιερώνεις υπερβολικό χρόνο να κάνεις κάτι, με σκοπό να ευχαριστήσεις τον άλλο, τη στιγμή που καλά, καλά δεν ξέρεις αν το αξίζει. C’ est la vie mon cheri!

 

 

 

 

 

Συντάκτης: Πόπη Κονοφάου