Μάνα, μητέρα, μαμά. Τρεις λέξεις που συχνά-πυκνά θυμάσαι όταν το φοιτητιλίκι σου χτυπάει την πόρτα. Τότε που το ένστικτο της επιβίωσης, σου υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος ζει και μόνο με ρύζι ή με πατάτες. Τότε που η υποβιταμίνωση σε χαιρετά. Που πολύ απλά βαριέσαι ανυπέρβλητα να μαγειρέψεις ή δεν προλαβαίνεις κιόλας. Ας μην ξεχνάμε ότι σαν φοιτητής πιο πολύ σε ενδιαφέρει αν θα έχεις να πιεις παρά αν θα έχεις να φας.

Εδώ που τα λέμε και το ντελιβεράδικο της γωνίας δε φαντάζει καθόλου άσχημο κι ο Γιωργάκης ο ντελιβεράς που έχει γίνει σαν αδερφός σου είναι καλό παιδί, τους νιώθεις σαν οικογένεια όταν κάθε φορά που παίρνεις τηλέφωνο σου μιλάνε στον ενικό και ξέρουν τι θέλεις να φας. Αλλά φτάνει και κάποια στιγμή που νιώθεις τη χοληστερίνη να ανεβαίνει απειλητικά και το πιτόγυρο του μερακλή σε μπουχτίζει, έτσι αποζητάς εναλλακτικές.

Γνωρίζω πως η ιδέα της μαγειρικής δεν εξιτάρει τόσο πολύ το μυαλό σου, μιας και δεν είναι ένα από τα ατού σου, όμως, μην ξεχνάς ότι η τύχη βοηθά τους τολμηρούς. Βέβαια σαν τοσπιτικό φαγητό δεν έχει και κυρίως σαν το φαγητό της μάνας, δεν υπάρχει. Ξέρει τι θέλεις, πώς το θέλεις και πότε. Έχει τρόπο να μετατρέπει οποιοδήποτε από υλικό σε πεντανόστιμο φαγητό θεϊκών προδιαγραφών.

Αχ ρε μάνα, πόσο μου έλειψε το φαγητό σου. Μου έλειψε αυτή η μυρωδιά στο σπίτι, να μπαίνεις το μεσημέρι και να μυρίζει από την εξώπορτα, να μην προλαβαίνεις να βγάλεις μπουφάν και να τρέχεις στην κατσαρόλα για να πάρεις μια γεύση. Κι αν δεν κρύβει το αγαπημένο σου φαγητό, αλλά τίποτα ρεβύθια, να ακολουθούν ομηρικοί καβγάδες.

Ντολμάδες, μουσακάς, κοκκινιστό, παστίτσιο, γεμιστά · όλα μοιάζουν όνειρο θερινής νυκτός, ακόμα και τα φασολάκια έχουν άλλη νοστιμιά όταν τα φτιάχνεις εσύ. Μόνο εσύ έχεις τον τρόπο να με κάνεις να τρώω ακόμα και τα φαγητά που μισώ γιατί, ρε μάνα, εσύ ξέρεις πώς να το κάνεις ώστε να μ’ αρέσει.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες ατελείωτες και να γεμίσω αμέτρητες σελίδες για να δηλώσω πολύ απλά ότι το φαγητό της μάνας δεν υπάρχει, ότι όταν γίνεται αναφορά σε αυτό, εκατοντάδες εγκεφαλικά κύτταρα μνήμης παίρνουν μπρος και οι σιελογόνοι αδένες εκκρίνουν ασταμάτητα. Ολόκληρο το κορμί τραντάζεται κι αποζητά αυτή τη γεύση που μόνο εσύ ξέρεις να προσφέρεις.

Μόνο εσύ, μια μάνα μακεδονίτισσα με ρίζες πολίτικες και τεχνικές Σκαρμούτσου είναι ικανή για τέτοιες δημιουργίες. Όχι, όχι, όχι, το ψέμα δεν το θέλω, είσαι άπιαστη, ρε μάνα, ό,τι και να πω είναι λίγο. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι προφανώς μου έλειψες πολύ κι εσύ και τα φαγητά σου. Οχι μαμά μου, δε σε θελω μόνο για να μου μαγειρεύεις, δε σε βλέπω σαν ένα 24ωρο φαστ φουντ με ντελικάτες –κι όχι μόνο– γεύσεις, ούτε σαν ζωντανό τσελεμεντέ, απλά είσαι υπέροχη σε αυτό. Δε θέλω να πιστέψεις αυτό, απλά όταν ακούω «μάνα» συνειρμικά σκέφτομαι τις μαγειρικές σου.

Είμαι φοιτητής και τα αποζητώ αυτά, τη στοργή της μάνας, το προδέρμ και τα φαγητά, κυρίως τα φαγητά. Αλλά όσο και να μην το παραδέχομαι, συνέχεια θα αποζητώ τη μάνα. Οπότε μάνα αν με ακούς, ετοίμασε τα ταπεράκια σου κι έρχομαι, έρχομαι να πάρω εφόδια, έρχεται δύσκολος χειμώνας.

 

Επιμέλεια Κειμένου Θεοδόσιου Ραβανού: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Θεοδόσιος Ραβανός