Ξέρω ότι έχω κάνει λάθη στην ζωή μου. Λάθη μικρά ή μεγάλα, ασήμαντα ή κραυγαλέα. Ποτέ μου όμως δε μετάνιωσα. Μάθαινα μέσα απ’ αυτά, γινόμουν ενήλικας κι άφηνα πίσω μου οτιδήποτε παιδικό. Έμαθα να δαμάζω τους δαίμονες μου κι ένιωθα περήφανος. Περήφανος που κατάφερα να ζήσω στην πραγματικότητα κι όχι στην πλάνη που κρύβονται όλοι για να ξεγελάσουν τη θλίψη τους. Γιατί αγάπη μου έτσι μάθαμε, να κρυβόμαστε και να ξορκίζουμε οτιδήποτε μας πονά στον βωμό του θεαθήναι.

Ξέρεις όμως, μετάνιωσα για κάτι κι εγώ. Έχω σαν άνθρωπος το δικαίωμα, δεν το έχω; Μετάνιωσα που σε χώρισα. Κατάλαβα την συνέπεια της πράξης μου. Φταίω εγώ λοιπόν, για τη δική μου θλίψη τώρα. Δε σε ξεπέρασα ποτέ κορίτσι μου. Ποτέ δεν κατάφερα να σε βγάλω από το μυαλό μου.

Δεν ήμουν εγώ παιδί του έρωτα, σιχαινόμουν οτιδήποτε είχε να κάνει με έρωτες, αγάπες, λουλούδια και καρδούλες. Δεν ήμουν τρυφερός, μα ήμουν αληθινός. Αυτό ξεχώρισες σε εμένα. Γι’αυτό με γούσταρες, γι’ αυτό κλικάραμε εμείς οι δυο. Δεν κάναμε σχέδια ποτέ, ούτε κοιτούσαμε πιο πέρα απ’ τα θέλω μας. Είχαμε την καύλα για οδηγό, το πάθος για μπαταρία και μια αλάνα για να ζούμε. Γελούσα μαζί σου. Την έβρισκα με την τρελά σου και γούσταρα τον αυθορμητισμό σου.

Αυτό το ένα στα γρήγορα, παθιάρικα και βρώμικα στις ερημιές την ώρα που οδηγούσα. Τον τρόπο που με αποζητούσες μέσα στην παράνοια αυτή και τη μαστούρα του ενός για τον άλλο. Το άγριο δάγκωμα στα χείλη που βροντοφώναζε κορύφωση κι έσβηνε με τον πρόστυχο αναστεναγμό της ανάσας σου. Το «σε θέλω εδώ και τώρα» χωρίς πολλά λόγια, υπεκφυγές και υποσχέσεις.

Τώρα, όχι μετά κι όχι αύριο.

Τα ξενύχτια στις παραλίες που ένιωθα λες κ έβγαινα με τον κολλητό μου. Γιατί εκτός από όλα τ’ άλλα αυτό ήσουν για μένα. Η γκόμενα κι ο κολλητός μου ταυτόχρονα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο καυλωτικό για έναν άνδρα από την πλήρη επικοινωνία του με μια γυναίκα. Μια σύνδεση εγκεφαλική δίχως καθωσπρεπισμούς και όρια.

Δεν πρόσεχα ποτέ πώς θα σου μιλούσα γιατί πολύ απλά είχαμε δική μας αργκό. Μπορούσαμε από ζευγάρι με όλα τα πρέποντα και τους κανονισμούς, να μετατραπούμε σε αλήτες του δρόμου μέσα σε δύο λεπτά.  Γκρεμίζαμε οτιδήποτε θεσμικό στον έρωτα, γιατί τον ζούσαμε όπως θέλαμε. Ελεύθερα.

Οι σχέσεις δεν πρέπει να χτίζονται με θεμέλια γερά, μα με τραπουλόχαρτα, για να χαλάνε και να ξαναφτιάχνονται συνεχώς. Γιατί η ζωή είναι ένας θάλαμος αναμονής σε σταθμό τρένου, μ’ ένα μικρό ουζερί εκεί πιο δίπλα. Να περνάς ελεύθερα και ν’ αποφασίζεις εσύ αν θα μείνεις ή όχι. Εσύ μου το έμαθες αυτό. Όπως μου έμαθες να μη λέω «σ’αγαπώ» μα να το δείχνω. Είναι βαριά λέξη μου έλεγες και θέλει πολλη σκέψη πριν το πεις.

Μα ήρθε η στιγμή που άλλαξες, κόλλησες μαζί μου. Πήρες πίσω όσα έλεγες. Αυτά τα απρόοπτα έχει ο έρωτας, που καμία φορά φοβίζουν, τρομάζουν έως και απειλούν. Πιέστικα από την αγάπη σου. Έτρεμα τη δέσμευση κι απομακρυνόμουν. Γινόμουν μέρα με την μέρα το πρότυπο μαλάκα με ευρωπαϊκή στάμπα που βρίζουν όλες οι γυναίκες. Δεν τίμησα τα παντελόνια που φοράω.

Προτίμησα να φύγω. Να φύγω νύχτα σαν τον κλέφτη, παρά να σου ξηγηθώ σαν άντρας. Φοβόμουν να σου δείξω πως ήμουν τρωτός, είχα ενδοιασμούς, φόβους κι έτρεμα σαν το ψάρι τις δεσμεύσεις. Έβλεπα στο βλέμμα σου την αλλαγή προς εμένα και προτίμησα να φύγω. Δεν ήθελα να φύγεις πρώτη εσύ. Έτσι έχω συνηθίσει. Να φεύγω πρώτος όταν νιώθω την αλλαγή.  Να μην υποχρεώνω τον άλλον να με διώχνει.

Μα ξέρεις κάτι; Μου έλειψες γαμώτο μου. Και πλέον δε ντρέπομαι να το πω. Ρίχνω πια τον εγωισμό μου, κάνω στην άκρη τον ανδρισμό μου και το βροντοφωνάζω.

Είμαι μαλάκας, αγάπη μου.

Μαλάκας που δεν προσπάθησα να πάρω όσα μου πρόσφερες. Δε σε ξεπέρασα ποτέ, μ’ ακούς; Κι ούτε πρόκειται. Μα δεν πειράζει, θα μάθω να ζω πια έτσι. Μακριά σου. Ένα πράγμα να θυμάσαι όμως. Σ’αγαπούσα κι ας μην πρόφτασα ποτέ να σου το πω.

Συντάκτης: Θεοδόσιος Ραβανός