Αγόρια και κορίτσια, μαζευτείτε να σας πω ένα μυστικό.

Είμαστε χαζοί.

Και η καλύτερή μας φίλη, που κάθεται αραχτή σε περίοπτη θέση και πάνω σε ειδικό έπιπλο στο σαλόνι μας, δε μας βοηθάει καθόλου.

Σήμερα το μεσημέρι μπήκα σπίτι, κουβαλώντας σακούλες που μόνο στο κεφάλι μου δεν είχα φορτώσει, αλλά και πάλι η πρώτη μου κίνηση ήταν να ψάξω το τηλεκοντρόλ και να πατήσω το κουμπί με το σαγόνι, μην τυχόν κι αργήσω κανένα δευτερόλεπτο να ανοίξω την τηλεόραση.

Φυσικά μόλις άνοιξε, πέταξα τη μπότα που φορούσα κατά πάνω της μπας και κλείσει, αλλά τι τα θέλετε, αστόχησα κι έκατσα να χαζέψω λίγο.

Δεν είμαι, όμως, μόνο εγώ το πρόβλημα.

Όλοι μας λίγο πολύ –βασικά πολύ– βρίζουμε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ αυτό το «χαζοκούτι», αλλά δε λέμε και να το αφήσουμε στην ησυχία του αν δεν πιάσουμε μεσάνυχτα που μας παίρνει ο ύπνος στον καναπέ, κρυώνουν και τα πόδια μας και πάμε στο κρεβάτι μας με τις ευχές του Μορφέα. Χαραμίζουμε τουλάχιστον τρεις ώρες της ημέρας αποχαυνωμένοι μπροστά της, χωρίς να συνειδητοποιούμε τις επιπτώσεις.

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και έχει ανάγκη την παρέα την παρέα και τη συναναστροφή. Το πώς μια κινούμενη εικόνα κατάφερε να αντικαταστήσει το διάλογο, μάλλον είναι συμπαντικό μυστήριο.

Και πες ότι αφήνουμε στην άκρη τις ώρες που είμαστε μόνοι και δε γουστάρουμε να βγούμε στο πάρκο και να μιλάμε με τα περιστέρια, για να μη νιώθουμε μοναξιά. Πόσες φορές έχετε πιάσει τους εαυτούς σας να κρυφοκοιτάτε την οθόνη την ώρα που συζητάτε με κάποιον ή ακόμα χειρότερα την ώρα που κάνετε σεξ με το έτερόν σας ήμισυ;

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω, θα επαναδιατυπώσω την αρχική μου διαπίστωση.

Δεν είμαστε χαζοί, αυτή μας κάνει.

«Η τηλεόραση βλάπτει σοβαρά το μυαλό», προειδοποίηση που θα έπρεπε να συνοδεύει και τη μικρότερη εξ αυτών.

Η υποτιθέμενη ενημέρωση, κλίνει προς διαφορετικά συμφέροντα κάθε φορά, προσφέροντας μασημένη τροφή στους θεατές.

Ακόμα χειρότερα, όλοι πιστεύουμε ότι παρακολουθώντας τους «ειδικούς», διαμορφώνουμε άποψη και μάλιστα πρωτότυπη. Μην αγχώνεστε φίλοι μου, είστε εσείς και άλλα δέκα εκατομμύρια.

Στον τομέα της τηλεοπτικής ψυχαγωγίας έχουμε πολλές επιλογές.

Σίριαλ απ’ τη ζωή βγαλμένα, που μιλάνε στον απλό, καθημερινό Νεοέλληνα της Τουρκίας με την τριώροφη βίλα, στους φοιτητές των κολεγίων της πρωτεύουσας, που αν δεν πέσουν θύματα απαγωγής ξοδεύουν τα λεφτά του μπαμπά, αλλά και πολλές αυτούσιες μεταφορές αμερικανικών προγραμμάτων, γιατί ως γνωστόν οι Αμερικάνοι είναι καλύτεροι σε όλα και γνώστες των πάντων.

Εκπομπές με παιχνίδια, γέλια και τραγούδια για να ξεχνάμε τον πόνο μας, αλλά και εκπομπές κοινωνικού ενδιαφέροντος για να γνωρίζουμε και τον πόνο του άλλου.

Αυτές οι τελευταίες μας ευαισθητοποιούν μάλιστα κι έτσι όταν συναντήσουμε κάποιον που έχει πραγματική ανάγκη, μπορούμε να τον προσπεράσουμε ατάραχα γιατί κλάψαμε τόσο πολύ στο προχθεσινό «Πακέτο» που η πέτσα μας έγινε πιο σκληρή κι από τσιμέντο και αντέχουμε τη θέα της μιζέριας.

Άλλωστε, τηλεφωνήσαμε στο κανάλι που πρόσφερε ένα εμβόλιο στην Αφρική με κάθε τηλεφώνημα και ευλογούμε τα γένια μας που είχαμε την τύχη να κάνουμε τόσο μεγάλο καλό.

Τόσο ηλίθιοι γίναμε.

Υπάρχουν βέβαια και τα διαλείμματα για διαφημίσεις.

Εκεί απογειωνόμαστε. Τρέχουμε στα μαγαζιά με τα φτηνά-κάτω-του-κόστους ελληνικά προιόντα, αδειάζουμε τα πορτοφόλια μας στα ινστιτούτα που υπόσχονται να μας κάνουν κλώνο της πρώτης ξανθιάς κεντρικής παρουσιάστριας που θα πετύχουμε στο ζάπινγκ, ή απλά κοιτάζουμε χαμένοι θαυμάζοντας το πόσο έχει εξελιχθεί ο κόσμος, ξεχνώντας να προσέξουμε πόσο πίσω μείναμε εμείς οι ίδιοι.

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αναρωτιόμαστε γιατί είμαστε χοντροί και μόνοι.

Τότε θυμόμαστε εκείνο το σύνθημα που διαβάσαμε σε μια πορεία.

Εκείνο που είχαν γράψει σίγουρα κάτι αναρχικοί, κουκουλοφόροι, φυλακόβιοι και με –άκουσον, άκουσον– τατουάζ, όπως είχαν πει στις ειδήσεις, που έλεγε ότι «χιλιάδες κουτιά αναμμένα, κρατούν χιλιάδες ανθρώπους σβηστούς» και ξυπνάνε τα λίγα εγκεφαλικά κύτταρα που δε μπήκαν στη φριτέζα.

Κινητοποιούμαστε μάλιστα, αρχίζουμε τις βόλτες στις παραλίες, τα ποτά στις πλατείες,  γυμναστήριο, θυμόμαστε πώς είναι να βγάζουμε απ’ το στόμα μας προτάσεις μεγαλύτερες των τεσσάρων λέξεων, μέχρι που διαβάζουμε και κανένα βιβλίο.

Αν όμως μια μέρα η παρέα είναι απασχολημένη και το casual φλερτ δεν μπορεί να μας χαρίσει την ηδονική νύχτα που ονειρευόμαστε, αυτή η άτιμη είναι εκεί και περιμένει να ξανακυλήσουμε.

Σαν εξαρτημένοι που είμαστε κι εμείς, πιάνουμε δειλά το τηλεκοντρόλ λέμε κι ένα καθησυχαστικό «έλα μωρέ, τι πειράζει, μια φορά θα είναι» και πέφτουμε με τα μούτρα.

Κι έτσι χωρίς να το καταλάβουμε, θα έρθει ξανά η μέρα που, αν δεν έχουμε πεθάνει από Έμπολα ή δεν έχουμε μείνει στον τόπο από κάποια καινούρια φάρσα του Σεφερλή, θα ακυρώσουμε την έξοδο γιατί έχει καινούριο επεισόδιο «η μουρμούρα».

  

Συντάκτης: Ιρρόη Καρυπίδου