Ξανά στο ίδιο μοτίβο. Περνούν οι μέρες με τον πιο αργό ρυθμό κι αισθάνεσαι να βιώνεις έναν πόλεμο να λαμβάνει χώρα στο μυαλό σου που κοντεύει να εκραγεί απ’ την επανάληψη των ίδιων σκέψεων.

Αυτό το μυαλό σου που έγινε ο χειρότερος εχθρός σου καθώς περνούσαν οι μέρες κι η ελπίδα σου για μια αμνησία που θα σε έσωζε γινόταν όλο και πιο αναγκαία. Ειδικά τα βράδια.

Εκείνα τα βράδια, που βρίσκεσαι μόνος σε ένα δωμάτιο και νιώθεις τους τοίχους να σε πνίγουν. Βρίσκεσαι στο δικό σου μικρό κόσμο και δυστυχώς όσους και να έχεις γύρω σου, η σωτηρία για μια ανάσα ανακούφισης δεν υπάρχει.

Πονάς. Και μόνο εσύ ξέρεις πόσο ντρέπεσαι γι’ αυτό κι άλλο πόσο ανεβαίνει η στάθμη της ντροπής όταν σε ρωτούν οι φίλοι τι σ’ απασχολεί. Μα τι να τους πεις; Πες μου. Ότι ακόμα ελπίζεις; Ότι ακόμα περιμένεις με ανυπομονησία πάνω από ένα τηλέφωνο μπας κι εμφανιστεί στην οθόνη ο αριθμός που κάποτε έκανε το στομάχι σου να κάνει τούμπες σε κάθε του κλήση; Τι να τους πεις; Πως τις νύχτες πνίγεσαι σ’ ένα πακέτο τσιγάρα και σ’ ένα μπουκάλι φθηνό κρασί που σου δημιουργεί τις χειρότερες ζαλάδες απ’ το μεθύσι;

Πώς μπορείς να πεις και να ονομάσεις αυτό που αισθάνεσαι, όταν τα συναισθήματα που βιώνεις είναι τόσο ανάμεικτα. Πώς να διευκρινήσεις και πώς να χαρακτηρίσεις όσα σου συμβαίνουν. Λίγο η πίκρα και λίγο ο θυμός. Κι η ανάγκη σου να τα τινάξεις όλα στον αέρα να μεγαλώνει επικίνδυνα κι υπερβολικά.

Είναι όμως κι εκείνη η ανάγκη που νιώθεις μερικές νύχτες για να τα βγάλεις από μέσα σου, που χειροτερεύει όσο περνάει ο καιρός. Θες να φτάσεις στο πιο ερημικό σημείο της πόλης για να ουρλιάξεις με όλη σου την ένταση για να ανακουφιστούν τα σωθικά σου. Έχεις την ανάγκη να εξαφανιστείς, να χαθούν τα ίχνη σου για να μη χρειαστεί να δώσεις εξηγήσεις σε κανέναν και σε ξεπερνά τόσο πολύ η περηφάνια σου που δε δέχεσαι να δει ο οποιοσδήποτε πόσο χαμηλά έχεις πέσει.

Όλα αυτά γιατί ακόμα ελπίζεις. Βρίζεις και προσπαθείς με τον τρόπο σου να ρίξεις αυτόν τον άνθρωπο στα μάτια σου, για να ξενοιάσεις, να ξενερώσεις παντελώς και να πας επιτέλους παρακάτω. Αλλά μάταιο ό,τι και να σκεφτείς. Μάταιο να το παίζεις χαμογελαστός κι αδιάφορος. Γιατί κάθε φορά που γυρνάς σε ένα σπίτι άδειο, λείπει εκείνος ο άνθρωπος. Λείπει εκείνος που το γέμιζε με την παρουσία του.

Ακόμα σε πονάνε οι τελευταίες κουβέντες που στολίστηκαν με εκείνο το οριστικό αντίο. Κι ακόμα σκέφτεσαι σε επανάληψη στιγμιότυπα κι άσχημα λόγια. Υπάρχουν κι οι στιγμές που φοράς στολή σούπερ ήρωα κι αισθάνεσαι δυνατός, περήφανος και γελάς με αυτόν τον άνθρωπο καθώς τρυπώνει πάλι στις σκέψεις σου. Αναστενάζεις και μετά ξεκινάς τους άσχημους χαρακτηρισμούς, κάνοντάς τον μηδενικό για τους άλλους και δείχνοντας -παράλληλα πιστεύοντας για λίγο- πως είσαι καλύτερα χωρίς εκείνον. Δεν είσαι όμως.

Κάνεις τις γνωριμίες σου κι αυτόματα ξεκινά κι η σύγκριση. Βάζεις εύκολα Χ στους ανθρώπους κι ανακάλυψες πως δεν τους αντέχεις πια. Δεν υπάρχει πλέον μέσα σου ελάχιστη υπομονή για να μάθεις κάποιον απ’ την αρχή. Κι έτσι προτιμάς τη μοναξιά παρά αδιάφορο κόσμο γύρω σου.

Και μαλώνεις τον εαυτό σου που βρίσκεται κολλημένος στο παρελθόν κι αυτομαστιγώνεσαι που δεν έχεις τη δύναμη να πατήσεις εκείνο το κουμπί της διαγραφής για να απαλλαγείς.

Ελπίζεις κι εύχεσαι ακόμα κατά βάθος. Είτε να τα ξεχάσεις όλα είτε να βρεθεί κάποιο σημάδι από εκείνον τον άνθρωπο, που φεύγοντας μάλλον δεν υπολόγισε το βαθμό της φθοράς που θα δημιουργούσε. Και παράλληλα γνωρίζεις πως για να πονάς τόσο, εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν απλά κάτι περαστικό. Ήταν τα πάντα.

 

Επιμέλεια Κειμένου Λώρας Καρδακάρη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Λώρα Καρδακάρη-Καββαδία