Όλοι έχουμε βρεθεί σε μια παρέα όπου η κουβέντα, πάνω από έναν καφέ, πηγαίνει στα μεγάλα ζητήματα της ζωής: στις σχέσεις, την ελευθερία, το πώς είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Και σχεδόν πάντα, υπάρχει κάποιος στο τραπέζι που θα πάρει το ύφος του σοφού της φυλής. Ξέρεις, κάτι ανάμεσα στον Ραφίκι από τον Βασιλιά των Λιονταριών και στον δάσκαλο Σίφου από το Κουνγκ Φου Πάντα. Πιστεύω έχεις ήδη κάνει την εικόνα…
Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, θα πετάξει μια ακραία, δήθεν εναλλακτική θεωρία. Από αυτές τις viral αμπελοφιλοσοφίες του στυλ «αν το σύμπαν θέλει να είστε μαζί, θα γυρίσει ο ήλιος από την ανατολή» ή το επικό «αν δεν μπορείς να διαχειριστείς τα σκοτάδια μου, δεν σου αξίζουν τα φώτα μου» (αν και αυτό το τελευταίο θυμίζει έντονα στίχο της Νίκι Μινάζ). Όλο αυτό το σόου στήνεται για έναν λόγο: να σοκάρει ή να μετρήσει αντιδράσεις. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν αυτή η «βαθιά» κοσμοθεωρία στερείται της παραμικρής λογικής. Εκεί καταλαβαίνεις ότι αυτή η επιφανειακή αυθεντία είναι απλώς ένα προπέτασμα καπνού για να κρυφτεί η εσωτερική τους ανεπάρκεια και η αδυναμία τους να σταθούν με ουσία απέναντι στους άλλους.
Όταν δεν έχεις να επιδείξεις κάτι στην πράξη, επιστρατεύεις τις μεγάλες θεωρίες ως καταφύγιο για να καλύψεις την άγνοιά σου. Συχνά, όλο αυτό το στυλ είναι ένα εργαλείο για φτηνό φλερτ και επιβεβαίωση. Για να εντυπωσιάσουν, εναλλάσσονται με απίστευτη ευκολία ανάμεσα σε «ανατρεπτικές θεωρίες» και σε «δηλώσεις απόλυτης πίστης», ανάλογα με το τι θέλουν να εισπράξουν. Όταν όμως κάνεις το λάθος να αναπτύξεις τη συζήτηση, η κοινή λογική φεύγει από το τσατ, ειδικά αν περιμένεις τη στιγμή που η θεωρία τους θα συγκρουστεί με την πραγματικότητα.
Αυτή η στιγμή έρχεται εκεί που ο ίδιος άνθρωπος που σου ανέλυε με πάθος ότι «το κέρατο, ρε παιδιά, είναι αναπόφευκτο στις σχέσεις και πάντα θα συμβαίνει, είναι μες στην ανθρώπινη φύση, πώς κάνετε έτσι;», σου πετάει μετά από λίγο, με την ίδια ακριβώς σοβαρότητα: «Βέβαια, εγώ ψάχνω τη γυναίκα της ζωής μου, την απόλυτη πίστη. Δεν έχω κερατώσει ποτέ, πάτε καλά; Τι εννοείς ότι φάσκω και αντιφάσκω;»
Και κάπου εκεί, εμφανίζεται ο εύθραυστος, αμυντικός εγωισμός τους. Με την παραμικρή κριτική, αντιδρούν με ένα στυλ «αν δεν σου αρέσει πώς σκέφτομαι, φεύγω», για να αποφύγουν την ανάληψη ευθυνών. Σε αυτούς τους επαγγελματίες του «βάθους», η αντίφαση είναι το σύστημά τους: χρησιμοποιούν τη μία θεωρία για να φαίνονται ενδιαφέροντες και την ακριβώς αντίθετη για να δικαιολογήσουν τα νεύρα ή τον θιγμένο εγωισμό τους.
Πίσω από την ανάγκη τους να επιβληθούν, να σε υποβιβάσουν και να σε κάνουν να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου, δεν κρύβεται καμία σοφία, αλλά ένας βαθύς τρόμος. Ο «ψαγμένος» της παρέας τρέμει στην ιδέα ότι αν απογυμνωθεί από τις μεγάλες του κουβέντες, θα φανεί πόσο εύθραυστη είναι η εσωτερική του γύμνια. Αν δεχτεί τη δική σου άποψη, νιώθει ότι ακυρώνεται η ύπαρξή του. Η επιμονή του δεν είναι αγάπη για την αλήθεια, αλλά μια τακτική ορίων και άμυνας για να προστατεύσει ένα εγώ που δεν αντέχει να μην έχει δίκιο. Για να νιώσει εκείνος ασφαλής, πρέπει εσύ να νιώσεις μικρός ή αφελής..
Η ανάγκη να πεις τη «μεγάλη ατάκα» είναι τελικά πιο δυνατή από την ανάγκη να είσαι ειλικρινής. Όταν όμως η φιλοσοφία στερείται βιώματος, καταλήγει απλώς θόρυβος που κουράζει. Ο πραγματικά βαθύς άνθρωπος δεν χρειάζεται να σου κάνει διάλεξη· του αρκεί να είναι εντάξει με αυτά που λέει και, κυρίως, με αυτά που κάνει.
Γι’ αυτό σου λέω, μην παρασύρεσαι και μην προσπαθήσεις καν να τον συνεφέρεις. Δεν πρόκειται να σε ακούσει. Όλη αυτή η επίθεση γίνεται επειδή στην πραγματικότητα νιώθει άβολα και μικρός μπροστά σου· ο τρόμος του είναι να φανεί πιο δυνατός από εσένα, και γι’ αυτό επιστρατεύει όλες αυτές τις μ@λ@κίες.
Αντί, λοιπόν, να αναλωθείς σε έναν καυγά χωρίς νόημα, απλώς γνέψε του με νόημα. Κάνε ότι καταλαβαίνεις. Δείξε του λίγη αγάπη, έτσι, σαν να λες «εντάξει, σε καταλαβαίνω, ηρέμησε». Μήπως και με αυτόν τον τρόπο καταφέρεις να τον κάνεις να μαλακώσει, να κατεβάσει τις άμυνες και να παραδεχτεί, έστω και μέσα του, ότι πουλάει τσάμπα παραμύθι. Κι αν δεις ότι ούτε αυτό πιάνει; Άστον να τσαμπουνάει ό,τι θέλει, γύρνα από την άλλη και κοίτα τη δουλειά σου.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
