Ανοίγει η αυλαία. Σβήνουν τα φώτα. Και καθώς ξεκινάει η παράσταση αισθάνεσαι μια ακαταμάχητη γαλήνη παράλληλα με αυτήν και το συναίσθημα της πώρωσης. Ο ενθουσιασμός σου μπαίνει σε λειτουργία και σβήνουν τα πάντα απ’ τη σκέψη σου.

Συγκεντρώνεσαι αποκλειστικά εκεί, μην κοιτάζοντας δίπλα κι αυτόματα κλείνοντας τα αυτιά σου στον διπλανό σου που μιλάει τόσο δυνατά. Και κάπως έτσι, καθώς ξεκινούν τα πάντα, εσύ χάνεσαι.

Το να είσαι θεατής μιας όμορφης δημιουργίας είναι κάτι αρκετά συναρπαστικό. Βρίσκεσαι τοποθετημένος σε ένα κάθισμα κι επιτρέπεις τη μαγεία του σκηνοθέτη να σε καθοδηγήσει μαζί με τις σκέψεις σου. 

Βλέπεις τον κάθε ηθοποιό ή χορευτή να μεταμορφώνεται σε κάτι απλά πανέμορφο ακόμα κι αν πρέπει να υποδυθεί κάτι άσχημο ή κακό.

Κι αναρωτιέσαι και ξεκινάν οι απορίες μέσα στο μυαλό σου. Για το πώς μπορούν αυτοί οι όμορφοι άνθρωποι να μεταμορφώνονται ή απλά πώς μπορούν με τόση ευκολία και σου μεταφέρουν τόσα συναισθήματα.

Αυτά τα συναισθήματα συγκίνησης, χαράς ή πικρίας που κάνουν το δέρμα σου να παγώνει και τη σπονδυλική σου στήλη να ανατριχιάζει. Πώς να νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι άραγε την ώρα εκείνη που παρουσιάζουν τον ρόλο που τους δόθηκε; Και κάτω απ’ αυτήν τη μάσκα τι να κρύβεται πραγματικά;

Αναρωτιέσαι αν νιώθουν πόνο ή ευτυχία κάτω απ’ τη στολή τους και τους παραδέχεσαι που έχουν την αντοχή και το κατορθώνουν. Που μπορούν και σβήνουν το κάθε πρόβλημα της καθημερινότητάς τους στολίζοντάς το με ένα χαμόγελο ή με ένα απίθανο χορευτικό. Που έχουν το ταλέντο να σε κάνουν να αισθάνεσαι τόσα πολλά παράλληλα. 

Μετά συγκεντρώνεσαι στο σενάριο και τον σκηνοθέτη και τον ευχαριστείς που κατάφερε να σου δημιουργήσει όλες αυτές τις συγκινήσεις κι ας είναι ανάμεικτα τα συναισθήματα. Και του δίνεις πόντους για το πώς κατάφερε να γράψει ένα τόσο πετυχημένο σενάριο γεννώντας αυτοπεποίθηση, πόθο ή ακόμα και πόνο. Σκηνοθετήθηκαν όλα με την παραμικρή λεπτομέρεια. Όλα στη θέση τους άψογα τοποθετημένα κι εσύ έχεις την πολυτέλεια να τα χαρείς.

Πωρώνεσαι. Χάνεσαι κι η παρατηρητικότητά σου φτάνει στο κόκκινο. Παρατηρείς τα μάτια τους, τις κινήσεις και τη γλώσσα του σώματός τους κι ενώ αυτό που παρουσιάζεται είναι απλά μια παράσταση, εκείνη τη στιγμή νιώθεις πως βρίσκεσαι σε μια απόλυτη πραγματικότητα. Νευριάζεις, στεναχωριέσαι κι αυτόματα ξέρεις ποιον απ’ όλους στη σκηνή συμπαθείς πιο πολύ.

Γεμίζεις γαλήνη και τα συναισθήματά σου γίνονται πιο έντονα καθώς φτάνει κοντά στο τέλος. Και χαμογελάς που πέρα απ’ τις μάσκες αυτό που σου έδωσαν να νιώσεις ήταν παραπάνω από αληθινό.

Κι έρχεται η στιγμή που κλείνει η αυλαία. Κι εκεί συνειδητοποιείς πόσα αγαθά μπορεί να έχει μέσα του ένας άνθρωπος. Πόσα αισθήματα μπορεί ένας τρίτος άγνωστος να του μεταφέρει. Κι εντυπωσιάζεσαι. Παράλληλα κρατάς κι ένα μικρό παράπονο. Διότι, μια παράσταση ήταν, δυστυχώς.

Σκηνοθετημένη και φτιαγμένη ακριβώς όπως θα το επιθυμούσε ο κάθε θεατής. Κι εύχεσαι όλα αυτά τα υπερβολικά όμορφα συναισθήματα να μπορούσε κάποιος άλλος τρίτος να στα μεταφέρει. Χωρίς μάσκες όμως και δίχως καμιά σκηνοθεσία.

 

Επιμέλεια Κειμένου Λώρας Καρδακάρη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Λώρα Καρδακάρη-Καββαδία