Σχέσεις… Έχουν γίνει κουβέντες ώρες επί ωρών γι’ αυτές. Από εκείνες τις βραδινές συζητήσεις με φίλους που ξεκινούν με ένα αθώο «να σου πω κάτι;» και καταλήγουν στις 3 το πρωί με φιλοσοφικές αναλύσεις και μισό πακέτο τσιγάρα, μέχρι τις δύσκολες, που συζητιούνται με ένταση, απογοήτευση ή και πλήρη απόγνωση από ανθρώπους που προσπαθούν να καταλάβουν γιατί κάτι τόσο όμορφο μπορεί να γίνει τόσο δύσκολο.

Ίσως γιατί όλοι, βαθιά μέσα μας, ψάχνουμε την ίδια άκρη στο κουβάρι των σχέσεων: μια αληθινή σύνδεση. Κάποιον που να μας βλέπει πραγματικά. Όχι μόνο στις ωραίες μας μέρες, στα αστεία και στις εύκολες στιγμές, αλλά και στις ανασφάλειες, στα μπερδέματα και στις σιωπές μας.

Και κάπου εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί οι περισσότερες σχέσεις μένουν στην πρώτη εικόνα. Στην επιφάνεια. Στο «περνάμε ωραία», «ταιριάζουμε», «βγαίνουμε», «ανεβάζουμε stories». Λες και μια σχέση ολοκληρώνεται με δυο καρδούλες και ένα “my person”.

Spoiler: δεν ολοκληρώνεται έτσι.

Πολλές φορές μπαίνουμε σε σχέσεις για να καλύψουμε προσωρινές ανάγκες. Την ανάγκη να μην είμαστε μόνοι, τη σωματική επαφή, την επιβεβαίωση του «έχω σχέση», να έχουμε κάποιον να στείλουμε «έφτασες σπίτι;», να υπάρχει ένα «καληνύχτα» στο τέλος της ημέρας. Και φυσικά, ας μην κρυβόμαστε, την ανάγκη για τρυφερότητα, επαφή και εκείνη τη μικρή δόση επιβεβαίωσης που ψιθυρίζει στο εγώ μας «κάποιος με διάλεξε».

Κάπου εκεί, όμως, αρχίζουμε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, να ταΐζουμε αυτό το αχόρταγο εγώ μας. Μένουμε σε σχέσεις που μας βολεύουν συναισθηματικά, όσο όλα κυλούν εύκολα και όσο παίρνουμε αυτά που χρειαζόμαστε χωρίς να χρειάζεται να εκτεθούμε πραγματικά. Γιατί η αλήθεια είναι πως η βαθιά σύνδεση θέλει κόπο. Θέλει να αφήσεις στην άκρη άμυνες, εγωισμούς και την ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο. Και αυτό δεν είναι πάντα τόσο άνετο όσο ένα “seen” που απλώς δεν απαντήθηκε ποτέ.

Κι όταν όλα λειτουργούν προσωρινά καλά, σπάνια καθόμαστε να αναρωτηθούμε: «Γνωρίζω πραγματικά αυτόν τον άνθρωπο; Με γνωρίζει;» Έτσι, η σχέση χτίζεται σε όμορφες στιγμές αλλά όχι πάντα σε βαθιά θεμέλια. Και τότε, με την πρώτη δυσκολία, αντί να ψάχνουμε τρόπο να φτιάξουμε ό,τι χάλασε, ψάχνουμε… νέο επεισόδιο.

Η αλήθεια είναι πως η επιφανειακή οικειότητα μοιάζει αρκετή για λίγο. Μοιράζεσαι σπίτι, συνήθειες, Netflix κωδικούς, που είναι και το ανώτατο επίπεδο εμπιστοσύνης πλέον, αλλά μπορεί να μην μοιράζεσαι ποτέ πραγματικά τον εσωτερικό σου κόσμο. Οι συζητήσεις μένουν στα πρακτικά: «τι θα φάμε;», «πλήρωσες τη ΔΕΗ;», «τι ώρα θα γυρίσεις;». Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να νιώθεις μόνος δίπλα σε κάποιον. Η έλλειψη αληθινής οικειότητας δημιουργεί τους κόμπους που, όσο περνά ο καιρός, μπλέκουν όλο και περισσότερο το νήμα.

Γιατί η βαθιά οικειότητα θέλει θάρρος. Θέλει να αφήσεις στην άκρη τον “τέλειο” εαυτό σου και να πεις: «Αυτός είμαι. Με τα όμορφα, τα δύσκολα, τις ανασφάλειες και τα κουμπιά μου». Και να βρεις απέναντί σου έναν άνθρωπο που δεν θα τρομάξει όταν δει την αλήθεια σου.

Εκεί είναι η μαγεία. Όχι στο να βρεις τον τέλειο άνθρωπο. Αυτός μάλλον χάθηκε κάπου ανάμεσα σε motivational quotes και zodiac compatibility tests. Η μαγεία είναι να βρεις κάποιον με τον οποίο μπορείς να είσαι αληθινός. Να ξέρει τις ατέλειές σου και, αντί να τις χρησιμοποιεί εναντίον σου σε έναν καβγά τύπου «θυμάσαι τι είχες κάνει το 2021;», να τις αγκαλιάζει.

Να γίνετε φίλιοι αριθμοί. Δύο ξεχωριστές υπάρξεις που δένουν τόσο όμορφα μεταξύ τους, που ο ένας συμπληρώνει τον άλλον χωρίς να χάνεται μέσα του. Να μην υπάρχει ανταγωνισμός για το ποιος δίνει περισσότερα ή ποιος αγαπά πιο σωστά, αλλά μια αίσθηση ότι υπάρχετε πιο ολοκληρωμένα μαζί. Σαν να βρίσκει ο καθένας στον άλλον ένα κομμάτι του εαυτού του που έλειπε.

Η βαθιά σύνδεση είναι όταν μπορείς να μιλήσεις για όσα σε βαραίνουν χωρίς φόβο. Για τις σκέψεις που ντρέπεσαι να πεις δυνατά, για τις ανασφάλειες, για τα λάθη σου. Όταν ξέρεις πως, ακόμη κι αν δεν συμφωνήσετε, ο άλλος θα προσπαθήσει να σε καταλάβει και όχι να σε κρίνει. Όταν, μετά από μια δύσκολη μέρα σου, θα ακούσεις ένα «έλα δω μωρέ, όλα θα τα φτιάξουμε μαζί».

Και τότε αλλάζουν όλα. Αλλάζει ο τρόπος που μαλώνετε, που συγχωρείτε, που μένετε. Γιατί δεν λειτουργείτε σαν δύο άνθρωποι που απλώς συνυπάρχουν, αλλά σαν δύο ψυχές που έχουν αποφασίσει να περπατήσουν μαζί, ακόμη κι όταν ο δρόμος δεν είναι πάντα εύκολος.

Οι σχέσεις που έχουν βαθιά οικειότητα δεν είναι τέλειες. Έχουν δυσκολίες, λάθη, νεύρα, στιγμές που ο ένας θέλει να πετάξει το κινητό του άλλου από το παράθυρο. Αλλά έχουν και κάτι πολύ πιο σημαντικό: διάθεση να μείνουν. Να μιλήσουν. Να καταλάβουν. Να διορθώσουν.

Και ξέρεις κάτι; Όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται, δεν είναι ουτοπικό. Απλώς έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ στις γρήγορες, εύκολες, χωρίς συνέπεια συνδέσεις, που η αληθινή οικειότητα μοιάζει σπάνια. Γιατί απαιτεί να ρίξεις άμυνες, να κάνεις πίσω στον εγωισμό σου και να πεις καμιά φορά κι εκείνο το δύσκολο «έχεις δίκιο».

Όμως εκεί ξεκινά η ουσία. Εκεί που σταματάς να αγαπάς μόνο τον τρόπο που ο άλλος σε κάνει να νιώθεις και αρχίζεις να αγαπάς πραγματικά τον ίδιο. Εκεί γεννιέται η αληθινή αγάπη. Όχι η τέλεια, η κινηματογραφική. Η ανθρώπινη. Εκείνη που σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, ήρεμος και… σπίτι σου μέσα σε έναν άνθρωπο.

Αλλά (εννοείται ότι θα υπήρχε ένα αλλά), πάντα χρειάζεται προσοχή. Γιατί η βαθιά σύνδεση προϋποθέτει αμοιβαιότητα. Δεν μπορεί να υπάρξει όταν ένας άνθρωπος δίνει ψυχή, χρόνο και συναίσθημα κι ο άλλος απλώς απολαμβάνει την αγάπη σαν all inclusive πακέτο διακοπών. Η αληθινή σύνδεση δεν χτίζεται με χειρισμούς, αλλά με ανοιχτή καρδιά, συνέπεια και αλήθεια. Χτίζεται μόνο όταν και οι δύο είναι πρόθυμοι να εκτεθούν, να προσπαθήσουν και να αγαπήσουν με ειλικρίνεια.

Συντάκτης: Ευαγγελίστρα Λαούντου