Η διάγνωση του καρκίνου σού γκρεμίζει τον κόσμο. Νιώθεις να σου πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι. Όμως, όταν αρχίζουν οι θεραπείες, τα φάρμακα, τα χειρουργεία, στέκεσαι δυνατός και ολοι θαυμάζουν το θάρρος σου, τη δύναμή σου… και τελικά τα καταφέρνεις! Μετά από πολλούς μήνες θεραπειών, απώλειας μαλλιών και γενικότερα αλλαγής της εξωτερικής σου εμφάνισης, εσύ έχεις φανεί αντάξιος όλων αυτών των δύσκολων περιστάσεων. Ο γιατρός σου, αισιόδοξος, σου λέει: «Τα κατάφερες, θα τα λέμε κάθε 3 μήνες». Στο άκουσμά του θα έπρεπε να χαρείς. Κι όμως, νιώθεις να αρχίζεις να βουλιάζεις, γιατί ένας φόβος δεν σε αφήνει να χαρείς.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, που η κοινωνία περιμένει από σένα να ανοίξεις σαμπάνιες και να γιορτάσεις τη «νίκη» σου, εσύ παγώνεις. Γιατί όσο ήσουν σε θεραπεία, είχες πρόγραμμα, είχες έναν εχθρό να πολεμήσεις και ένα συγκεκριμένο πλάνο δράσης. Τώρα που τα όπλα κατέβηκαν, μένεις εσύ, οι σκέψεις σου και μια εκκωφαντική σιωπή.
Αυτός ο φόβος έχει όνομα και λέγεται «φόβος υποτροπής». Είναι ο πιο ύπουλος σύντροφος και δεν σε αφήνει να κάνεις όνειρα για το μέλλον, γιατί κάθε φορά που σκέφτεσαι το «του χρόνου», μια μικρή φωνή σου ψιθυρίζει: «Και αν ξαναέρθει;».
Κάθε μικρός πόνος, ένας πονοκέφαλος, ένα τσίμπημα στο σώμα, δεν είναι πια μια απλή ενόχληση. Στο μυαλό σου γίνεται αμέσως καμπανοκρουσία κινδύνου. Και εκείνοι οι «κάθε 3 μήνες» έλεγχοι; Δεν είναι απλώς ραντεβού, είναι μια ψυχολογική αγχόνη. Όσο πλησιάζει η μέρα του επανελέγχου, μια έντονη νευρικότητα και μια διάχυτη κακή διάθεση σε κυριεύουν. Γίνεσαι απότομος, κλείνεσαι στον εαυτό σου, ξεσπάς χωρίς προφανή λόγο.
Αυτή η μεταβολή στη συμπεριφορά σου είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει κατανοητή από τον περισσότερο κόσμο γύρω σου. Βλέπουν έναν άνθρωπο γκρινιάρη ή εχθρικό, χωρίς να μπορούν να νιώσουν τον υπόκωφο τρόμο που σου γρατζουνάει το στομάχι.
Ίσως ο μόνος που κατανοεί βουβά, σε παρακολουθεί διακριτικά αλλά επιλέγει να μη μιλάει, είναι ο δικός σου άνθρωπος. Ο φροντιστής σου. Αυτός που ήταν δίπλα σου σε όλα: ο σύζυγος, η σύζυγος, η κολλητή φίλη, η μάνα, ο πατέρας, η θεία, όποιος ήταν πάντα εκεί, δίπλα σου σε όλα…που ξέρει τι πέρασες και τι περνας. Εκείνος ο ένας άνθρωπος που ξέρει να διαβάζει τη σιωπή σου, που αναγνωρίζει το βλέμμα του πανικού σου πριν τον επανέλεγχο και, αντί να σε κρίνει ή να σου πει “συνήλθε”, απλώς κάθεται δίπλα σου στο σκοτάδι και περιμένει να περάσει η μπόρα.
Και ύστερα, έρχεται η πραγματικότητα να κάνει τον φόβο ακόμα μεγαλύτερο, να τον μετατρέψει σε ένα βαρύ, ασήκωτο πένθος. Συμβαίνει κάθε φορά που μαθαίνεις ότι ένας γνωστός άνθρωπος, ένας διάσημος που λειτουργούσε ως πρότυπο δύναμης –όπως η Φώφη Γεννηματά παλιότερα, ή η Γωγώ Μαστροκώστα που έφυγε πριν από λίγες εβδομάδες– χάνεται τελικά από αυτή την ασθένεια μετά από μετάσταση. Είναι ένα πένθος που οι γύρω σου αδυνατούν να καταλάβουν· αναρωτιούνται γιατί σε ισοπεδώνει ο θάνατος κάποιου που δεν ήξερες προσωπικά. Μα εσύ, κοιτάζοντας την οθόνη, παγώνεις και σκέφτεσαι το πιο ανθρώπινο και τρομακτικό πράγμα: «Αν αυτοί οι άνθρωποι, που είχαν όλη τη δύναμη, τη θέληση, αλλά και την οικονομική άνεση να έχουν πρόσβαση στις κορυφαίες θεραπείες, τελικά δεν τα κατάφεραν… εγώ πώς θα τα καταφέρω;». Κάθε τέτοια απώλεια μοιάζει με μια βίαιη υπενθύμιση ότι ο εχθρός παραμονεύει, σπάζοντας την εύθραστη αίσθηση ασφάλειας που με τόσο κόπο έχτιζες.
Οι υπόλοιποι δικοί σου άνθρωποι δυσκολεύονται να το διαχειριστούν. «Μα αφού έγινες καλά, γιατί στεναχωριέσαι και νευριάζεις;», αναρωτιούνται, έστω κι αν το λένε με την καλύτερη πρόθεση. Κι εσύ νιώθεις διπλές ενοχές. Ενοχές που δεν είσαι όσο αχάριστα ευτυχισμένος «θα έπρεπε», αλλά και ενοχές που ταλαιπωρείς όσους σ’ αγαπούν με τα νεύρα σου.
Όμως, η αλήθεια είναι μία: Το σώμα σου θεραπεύτηκε, αλλά η ψυχή σου έχει ακόμα ανοιχτές πληγές. Γιατί ο καρκίνος είναι σαν ένας ακάλεστος επισκέπτης που, ακόμα κι όταν φεύγει, αφήνει πίσω του μια σκιά. Πρέπει να μάθεις να συνυπάρχεις με την πιθανή επανεμφάνισή του, να ζεις με την πόρτα σου ξεκλείδωτη, ξέροντας ότι μπορεί να ξαναχτυπήσει το κουδούνι. Αυτή η επίγνωση σου κλέβει την αφέλεια ότι είσαι άτρωτος. Και το να ζεις έτσι θέλει άλλη, καινούργια δύναμη.
Ίσως τελικά το επόμενο μεγάλο στοίχημα δεν είναι να νικήσεις τις μεταστάσεις στο σώμα, αλλά τις μεταστάσεις του φόβου στο μυαλό. Να αποδεχτείς ότι ο φόβος είναι εκεί, να του πιάσεις το χέρι, αλλά να μην του επιτρέψεις να οδηγήσει το αυτοκίνητο της ζωής σου. Ξεπέρασες τον καρκίνο. Τώρα, με τον δικό σου ρυθμό, με κατανόηση προς τον εαυτό σου και έχοντας για πυξίδα εκείνον τον φροντιστή που σε νιώθει χωρίς λέξεις, ήρθε η ώρα να μάθεις να ξαναζείς.
