Έχουμε δύο επιφάνειες: η μία είναι ξύλινη κι η άλλη αλουμίνια, που είναι όμως βαμμένη στο χρώμα του ξύλου. Έτσι, η μία φαίνεται ξύλο κι είναι ξύλο, ενώ η άλλη μοιάζει με ξύλο, όμως στη βάση της είναι αλουμίνιο.

Όσο εξωτερικά κι αν ξεγελάσουν, αν βάλουμε φωτιά στις δύο επιφάνειες, θ’ αποκαλυφθεί η αληθινή ταυτότητά τους. Η ξύλινη μπογιά στην αλουμίνια επιφάνεια θα καεί και θα λιώσει, μα το αλουμίνιο θα μείνει ακέραιο. Το γνήσιο ξύλο, απ’ την άλλη, θα καεί ολοσχερώς και θ’ απομείνουν μόνο οι στάχτες του.

Αν πούμε, σ’ αυτό το σημείο, πως η επιφάνεια συμβολίζει τα συναισθήματά μας κι ας υποτεθεί, πως όταν βλέπουμε μια ταινία βάζουμε φωτιά σ’ αυτά. Αν η ταινία, λοιπόν, αποτελεί αληθινή ιστορία, τότε τα συναισθήματά μας παίρνουν τη μορφή γνήσιου ξύλου και καίγονται μέχρι το πιο εσωτερικό τους σημείο, ώσπου να γίνουν στάχτη.

Στην περίπτωση που η ταινία δεν είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, ωστόσο, τα συναισθήματά μας λειτουργούν ακριβώς σαν την επιφάνεια που έμοιαζε με ξύλο, αλλά δεν ήταν: καίγονται μόνο επιδερμικά, μα δεν είναι δυνατόν να κλονιστούν στον υπέρτατο βαθμό.  Με λίγα λόγια, μια ταινία που βασίζεται σ’ αληθινή ιστορία πιο εύκολα μπαίνει βαθιά μέσα μας και μας συγκινεί μέχρι το κόκαλο, ενώ ένα φανταστικό σενάριο δεν μπορεί, συνήθως, παρά να μας επηρεάσει μόνον επιδερμικά και για λίγο διάστημα.

Καταρχάς, μια ταινία που είναι βασισμένη σ’ αληθινά γεγονότα μας αφαιρεί τη δυνατότητα να υποτιμήσουμε το τέλος της, χαρακτηρίζοντάς το προβλέψιμο ή μη ρεαλιστικό. Η τάση μας ν’ απαξιώνουμε ένα τέλος, που εύκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί την έκβασή του, δεν μπορεί παρά να εξαφανιστεί στην περίπτωση που πρόκειται για πραγματική ιστορία. Εκεί πια, ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα τέλος που στ’ αλήθεια συνέβη, οπότε είτε ήταν αναμενόμενο για μας είτε όχι, θα τ’ αποδεχτούμε χωρίς επικρίσεις.

Όταν παρακολουθούμε μια ταινία που στηρίζεται σε πραγματική ιστορία, τότε την μελετούμε και με δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, κατά κάποιον τρόπο. Την αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, όπως και τις ειδήσεις και δεν αργούμε να βάλουμε τον εαυτό μας στη θέση των ηρώων. Αν η ταινία πραγματεύεται κίνδυνο, λόγου χάρη, νιώθουμε την απειλή να φτάνει ολοένα πιο κοντά και σ’ εμάς. Ο φόβος, επομένως, για το αν συμβεί και σε μας κάτι αντίστοιχο μπορεί πιο εύκολα να ψηλαφηθεί, στην περίπτωση που η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

Όταν πρόκειται γι’ αληθινή ιστορία, που περιφέρεται γύρω από μία μεγάλη αγάπη που όντως κάποτε υπήρξε, τότε την πιστεύουμε χωρίς αμφιβολίες κι ενδόμυχα ίσως να επανακτούμε την πεποίθηση πως μπορούμε κι εμείς να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε σ’ αυτό το βαθμό. Ενώ όταν πρόκειται για υποθετικά συναισθήματα σε ακόμη και καλοκαμωμένες φανταστικές ιστορίες αγάπης, δεν μπορούμε παρά να υποτιμήσουμε στο τέλος τη συγκίνησή μας και να συμπεράνουμε πως μας την εκμαίευσαν με δακρύβρεχτα τεχνάσματα.

Τέλος, μια πραγματική ιστορία ικανοποιεί και την περιέργειά μας, αφού βλέπουμε τη ζωή ανθρώπων που αληθινά υπήρξαν κι έδρασαν. Το να παρακολουθούμε τη ζωή κάποιου, εγκεκριμένα και φανερά μέσω μιας ταινίας και να προβαίνουμε σε σχόλια γι’ αυτήν, που δε θα μπορούν να χαρακτηριστούν κουτσομπολιά αλλά απόψεις πάνω στο έργο, είναι ένα πολύτιμο δικαίωμα που μας δίνουν οι ταινίες αυτού του είδους.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πως οι ταινίες που είναι βασισμένες σ’ αληθινά γεγονότα λειτουργούν σαν φωτιά στα συναισθήματά μας: τα καίνε όχι μόνο επιδερμικά, αλλά διεισδύουν ακόμη και στο πιο βαθύ κι απομακρυσμένο σημείο τους.

 

Συντάκτης: Δημήτρια Κουρίδη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη