%cf%82%ce%b1%cf%83%ce%b4%ce%b3%cf%86%cf%86

Κάνε μια παύση. Πάρε μια ανάσα! Γρήγοροι δεν είναι οι ρυθμοί μας; Όλα τρέχουν, μαζί τους κι εμείς! Κι αν πάρεις την παύση σου, σκέψου πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος αν ήταν μεταδοτικές οι παύσεις σου. Να κολλούσαμε όλοι παύσεις! Να σταματούσαμε όλοι τον χρόνο, λες και μας ανήκει. Ν’ ακούγονται μόνο ανάσες! Άλλοτε βαθύτερες, θαρρείς και λύθηκαν όλα τα προβλήματα κι άλλοτε αθόρυβες, σχεδόν ανύπαρκτες, που σφύζουν από ηρεμία.

Δύσκολο δεν είναι να κρατήσεις την ψυχραιμία σου στις μέρες μας; Δύσκολο δεν είναι να ‘χεις δυο τρεις ανθρώπους που μπορούν στην αγκαλιά τους να σε βάλουν και να χαθούν όλα σου τα προβλήματα; Δε μοιάζει ακατόρθωτο να ‘χεις δυο μάτια ν’ αντικρίζεις, όσο εξιστορείς τα προβλήματα της μέρας σου; Σαν την πρώτη φορά που αντίκρισες την προπαίδεια δεν είναι; Σαν την πρώτη μέρα στη σχολή. Σαν την πρώτη μέρα που ήρθες στον κόσμο κι έψαχνες την αγκαλιά του φροντιστή σου.

Έτσι θαρρείς και νιώθουν εκείνοι οι άνθρωποι, οι ξένοι, με τα κινητά στα χέρια. Με τις οθόνες τους να φέγγουν τα πρόσωπά τους, λες κι είναι το φως που πάντα έψαχναν. Το δέρμα τους αποκτά εναλλασσόμενα χρώματα, σαν εκείνα που δεν αντίκρισαν στην καθημερινότητά τους. Τα χέρια τους, καμιά φορά είναι γρήγορα στις κινήσεις, λες κι έχουν κάτι να κρύψουν σε μηνύματα. Κι άλλες φορές αργά, σέρνονται στην οθόνη με μια δόση απελπισίας, σαν εκείνη που έρχεται μετά από κάθε χωρισμό. Κι είναι κι εκείνο το κενό στο βλέμμα τους, όλο υπονοούμενα. Ένα βλέμμα αλλιώτικο, σαν μια κραυγή βοηθείας. Σαν τον πνιγμένο που ψάχνει το σωσίβιο. Στα πόδια τους πάντοτε μια ένταση, μια νευρικότητα- ίσως απ’ τους δρόμους που ποτέ δεν ταξίδεψαν. Τα νύχια τους λίγο φαγωμένα, απ’ την πολλή μοναχικότητα, φαγώθηκαν οι άμυνες, ξεκληρίστηκαν.

Άνθρωποι φευγαλέοι, με μόνη έννοια τη σιωπή και την αποχαύνωση. Ο νους τους καμιά φορά μένει ακίνητος σε μια εμπειρία που κάποτε μπορεί ν’ άκουσαν και τώρα αναπολούν. Κι ύστερα, σαστισμένοι ξαναψάχνουν, στις οθόνες και στις συσκευές την όρεξη για ζωή που τους χαρίστηκε. Οι συναναστροφές τους ελάχιστες, προγραμματισμένες, χωρίς πολλά λόγια και φλυαρίες για τον καιρό, τον κόσμο, τους πλανήτες. Τα χείλια τους αφυδατωμένα από την πολύωρη ακινησία κι αλαλία. Τα ρούχα τους ίδια, καθημερινά ρούχα, που δε λερώνονται συχνά.

Ο κόσμος τους μοιάζει πιο cool από τον πραγματικό που ζούνε. Ένας κόσμος γεμάτος αντιδράσεις, σχολιασμούς, περιφρονήσεις, καβγάδες. Ένας φαύλος κύκλος ανακυκλώσιμων συναισθημάτων και καμιά νέα εμπειρία, καμία ουσιαστική γνωριμία, καμία εμπιστοσύνη. Ένα στοίχημα με τον εαυτό τους, πως ο κόσμος που δεν έχουν, είναι αυτός που έφτιαξαν. Ένα αυτομαστίγωμα κοινωνικοποίησης και συναναστροφής. Μια εικονική πραγματικότητα. Σαν την εγκατάλειψή τους, σαν την προδοσία τους, σαν τα χαστούκια που τους έφτασαν στο σήμερα. Ένα βάναυσο παρελθόν που δε λέει να ξεκολλήσει. Μια άρνηση και μια διαπραγμάτευση προς τα τραύματα κι ένα μόνιμο άγχος απόκτησης των όσων δεν έχουν και βλέπουν μέσω των social media.

Ίσως παρατηρήσεις ότι ο έρωτάς τους δεν είναι πλέον συναίσθημα αλλά ανάγκη. Προτεραιότητα που πραγματοποιείται μόνο μέσω των εικόνων, των βίντεο, των ηχητικών υλικών. Δε γνωρίζουν από χάδια και φιλιά, από νηφαλιότητα στο σεξ. Δεν έχουν επίγνωση της κατάστασής τους, γι’ αυτό και δεν μπαίνουν σε διλήμματα αν τους θέσεις ερωτήματα. Είναι ικανοί, λόγω της αυτοκαταστροφικής τους τάσης, να επιλέξουν τον εαυτό σου και την αυτοματοποίηση, μπροστά σε κάτι που δεν τους θυμίζει τον λήθαργο της οθόνης. Άνθρωποι τόσο χαμένοι και τόσο ενεργοί ταυτόχρονα. Άνθρωποι κατάσκοποι των άλλων ανθρώπων κι άνθρωποι πιστοί στη μοναχικότητά τους.

Κι είναι δύσκολο ν’ αλλάξουν γνώμη. Είναι δύσκολο πολύ να χωρέσουν σε άλλες αγκαλιές. Είναι δύσκολο να προσεγγίσουν κόσμο, να μεταφέρουν το χιούμορ τους, να ρισκάρουν ένα ραντεβού, ν’ αποδώσουν το χέρι σε μια χειραψία. Λίγη θύμηση από εγκατάλειψη ή παραμέληση και τα πρόσωπά τους αποκτούν πάλι χρώματα. Ίσως όλα εκείνα, που κάποτε χρησιμοποιούσαν κι ίσως ακόμη να θυμούνται. Χρώματα στους τοίχους, με λουλούδια αληθινά! Χρώματα στα ρούχα, τα σκισμένα και λερωμένα! Χρώματα στις φωνές! Φωνές θυμωμένες, φωνές χαρούμενες, φωνές περίεργες, που καταλήγουν σε γέλια ηχηρά!

Γέλια που σου θυμίζουν πως η ζωή είναι αναμνήσεις. Κι εμείς πρέπει να φροντίζουμε να τις διατηρούμε όσο το δυνατόν πιο όμορφες.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ιωάννης Σαββίδης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου