Όταν νιώθεις το μυαλό σου να στροβιλίζεται μέσα σε σκέψεις που σε ζαλίζουν ψάχνεις την ηρεμία σου.

Ξαπλώνεις και ψάχνεις ένα τραγούδι που θα σε βοηθήσει να αδειάσεις.
Το βρίσκεις και ξεκινάς να το ακούς.
Όταν τελειώσει συνειδητοποιείς ότι το άκουσες αλλά δεν το ένιωσες.

Εκεί στο πέμπτο με έκτο replay, θυμάσαι γιατί το αγαπούσες τόσο αυτό το κομμάτι.
Θυμάσαι ποια ήσουν όταν το άκουσες πρώτη φορά.

Γνώριμη φυσιογνωμία αλλά δεν ταυτίζεσαι πλέον με εκείνη την κοπέλα. Τι στο καλό; Εκεί ήταν.
Και στο καθρέφτη αν κοιτάξεις, εκείνη θα δεις!
Την ξέχασες;

Θυμήσου.
Ήταν εκείνο το κορίτσι, το παρορμητικό, το ημίτρελο, το «όλα ή τίποτα». 
Εκείνο, που άκουγε το τραγούδι στη διαπασών στο ντους.
Χόρευε μόνη μες στο σπίτι και έκανε φιγούρες, με τη χτένα στο χέρι.
Όταν έβγαινε από το μπάνιο γέμιζε με νερά το σαλόνι και στο τέλος γλίστραγε και έπεφτε και μετά γελούσε μόνη της.

Όχι επειδή έπεσε αλλά επειδή σηκωνόταν.
Και μετά γελούσε πιο δυνατά.

Γιατί δεν τραγουδάει πια;
Γιατί θυμώνεις που την έχασες;

Πλεόν δε θα χορέυει και αν τύχει να γλιστρήσει στην παραζάλη του αλκοόλ και της υποτιθέμενης διασκέδασης που πλέον έχει γίνει πετσί της, θα σηκωθεί, αλλά δε θα γελάσει.
Θα της θυμίσει κάτι η πτώση, αλλά θα την προσπεράσει γρήγορα.

Στην παρέα της, θα βγάζει λογύδρια για τη θεωρία, στην πράξη όμως πάντα θα κωλύεται.
Και αν τύχει και τη στριμώξεις στη γωνία, θα σου πει:  
«Εγώ τα ‘δωσα όλα και έχασα πια το λογαριασμό.
Άντε τώρα να τρέχω να ψάχνω τα κομμάτια που δώρισα.
Τα χάρισα και δεν τα θέλω πίσω! Δεν κάνω παζάρια. Κράτα και τα ρέστα!»

Μη βιαστέις να την πεις κυνική.
Μη βιαστείς να την πεις ρηχή.
Μη βιαστείς να την πεις σκληρόπετση.

Ήταν απλώς περήφανη.
Δεν ήθελε να ζει με αναμνήσεις και μισοτελειωμένες καταστάσεις.
Δεν ήθελε να πίνει το κρασί της σε ποτήρια που έχουν ραγίσει.  

Δεν άδειασε όμως.

Αυτή τη φορά επέλεξε να κρύψει τον εαυτό της, για να μην της κλέψουν όσα δεν πρόλαβε να δώσει. Τα κρατά ακόμα φυλαγμένα για όσους ψάξουν να τα βρουν.
Κομμάτια όμορφα αλλά και άσχημα για όσους σεβαστούν την αξία τους και δεν θέλουν να τα αρπάξουν και να φύγουν.
Για όσους θρονιαστούν εκεί, να τα μοιραστούν μαζί της.
Τέλειωσαν οι περαστικοί.

Και καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, ξαναθυμήθηκε το κορίτσι που γλιστρούσε στα νερά, στο σαλόνι.
Τα παιχνίδια στον καθρέφτη. Τις βούτσες για μικρόφωνο. Τα τρανταχτά γέλια μετά από κάθε πτώση.
Το ξανασκέφτηκε και όταν έπεσε για ύπνο, άρχισε να μουρμουράει τους στίχους απ’το τραγούδι της.

 

Συντάκτης: Ναντίνα Μούτου