Γράφει ο Δημήτρης Τζίνης

Απόγευμα παραμονής Χριστουγέννων. Ο δυνατός αέρας έκανε την εξώπορτα να σείεται ενώ οι σταγόνες της βροχής έπεφταν με μανία στα ψηλά παράθυρα του σαλονιού. Τα λαμπάκια στο απέναντι μπαλκόνι αναβόσβηναν ρυθμικά ενώ ένας φουσκωτός Άγιος Βασίλης πάσχιζε να κρατηθεί όρθιος από τα κάγκελα. Πριν από λίγο είχε τελειώσει κάποιες τελευταίες εκκρεμότητες της δουλειάς του και έκλεισε το laptop με μια απότομη κίνηση του αριστερού του χεριού. Γέμισε ως τη μέση με νερό μια κατσαρόλα και την έβαλε στο αναμμένο μάτι της κουζίνας. Τα μακαρόνια ήταν πάντα η εύκολη λύση σε στιγμές που δεν είχε τις αντοχές που απαιτούσε η δημιουργία μιας πιο εξεζητημένης συνταγής.

Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του όταν τις διέκοψε απότομα η δόνηση του κινητού που είχε ακουμπήσει στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας. Μήνυμα από την Β. Ξαφνιάστηκε. Τον ρωτούσε αν είναι καλά και του ανέφερε πως είναι για λίγες μέρες στην πόλη και θα ήθελε να τον δει. Αν και είχαν περάσει κάμποσα χρόνια απ’ όταν χώρισαν, είχαν φροντίσει να κρατήσουν μια στοιχειώδη επικοινωνία. Κάτι περισσότερο από τυπική, κάτι λιγότερο από πολύ ουσιαστική. Τόσο, όσο. Αντάλλασσαν ευχές στις γιορτές και στα γενέθλιά και πού και πού με κάποια αφορμή έλεγαν τα νέα τους.

Με την πανδημία να έχει δημιουργήσει μια πρωτόγνωρη κατάσταση δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση το να βρεθούν κάπου έξω, σίγουρα όχι με αυτόν τον καιρό. Της έστειλε τη διεύθυνση του, έκλεισε το μάτι της κουζίνας και άδειασε το περιεχόμενο της κατσαρόλας στο νεροχύτη. Έξυσε τη μύτη του σε μια υποσυνείδητη προσπάθεια να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Πριν από αυτό, θα έπρεπε να βάλει σε μια τάξη το σπίτι. Άδειασε βιαστικά τα καλαθάκια από τα σκουπίδια και τ’ άφησε σε μια γωνία. Σκούπισε δύο πλυμένα πιάτα και ανέβηκε να δει σε τι κατάσταση είναι το σαλόνι και το υπνοδωμάτιο. Ο χώρος ήταν σε γενικές γραμμές μαζεμένος, αλλά δεν είχε αντοχές για οτιδήποτε άλλο.

Το κουδούνι χτύπησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. Λίγα δευτερόλεπτα αμηχανίας που του φάνηκαν σαν αιώνας ολοκληρώθηκαν με μια αρκετά αδέξια αγκαλιά και ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Αφού την ξενάγησε στον χώρο, της πρότεινε να φάνε κάτι. Ήταν νηστικός εδώ και ώρες και σύντομα το γουργουρητό θα άρχιζε να το προδίδει. Θυμήθηκε ότι είχε δύο ζυμωμένα μπιφτέκια στο ψυγείο. Τοποθέτησε το αντικολλητικό τηγάνι στο μάτι της κουζίνας, έριξε λίγο λάδι και τα έβαλε μέσα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά άρχισε να ακούγεται ο χαρακτηριστικός μελωδικός ήχος που προκαλεί το ψήσιμο του κρέατος στο λαδωμένο σκεύος. Τα γύρισε πλευρά και μετά από ένα λεπτό χαμήλωσε τη φωτιά, έριξε λίγο κόκκινο κρασί και τα άφησε να σιγοψήνονται. Μέχρι να ετοιμαστούν ζέστανε στην τοστιέρα δύο ψωμάκια μπέργκερ, τα άνοιξε στα δύο με το μαχαίρι και πρόσθεσε λίγη Jack Daniels σως. Θυμόταν ότι της άρεσαν πολύ οι πικάντικες γεύσεις.

Πήραν θέση σε δύο σκαμπό μπαρ πίσω από τον πάγκο της κουζίνας. Έβαλε μπόλικο κόκκινο κρασί στα ποτήρια τους. Τσούγκρισαν και ξεκίνησαν να τρώνε. Πού και πού τσίμπαγαν και λίγη από την πράσινη σαλάτα με σως μπαλσάμικου και κρουτόν που υπήρχε στη μέση του τραπεζιού. Άρχισαν να λένε τα νέα τους αφού το πρώτο αναγνωριστικό διάστημα είχε περάσει και δεν μπορούσαν να συζητάνε άλλο για φαγητά και συνταγές.

Τα πιάτα είχαν πλέον αδειάσει και της πρότεινε να μεταφερθούν στο σαλόνι του πάνω ορόφου. Πήραν τα ποτήρια τους αφού φρόντισε να τα ξαναγεμίσει και ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα. Με μια κίνηση του δεξιού του ποδιού άναψε το επιδαπέδιο φωτιστικό την ίδια στιγμή που ενεργοποίησε το Spotify στην Smart TV. Ο χώρος πλημμύρισε από ένα ελαφρύ κιτρινωπό φως ενώ οι μελωδίες έπαιρναν τη θέση της έντονης μυρωδιάς του ψημένου κρέατος και έκαναν όλες τις αισθήσεις τους να είναι σε πλήρη εγρήγορση.

Συζητούσαν με την χαρακτηριστική ηρεμία που δίνει σε κάποιους ανθρώπους το κρασί όταν τους χαλαρώνει και άκουγαν με μεγάλη προσοχή ο ένας τον άλλον. Συνειδητοποιούσαν ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν τελικά πολλά τα όσα δεν ήξεραν για το πώς εξελισσόταν η ζωή του και η ζωή της αντίστοιχα. Αλλαγές, απογοητεύσεις, χαρές και λύπες, μικρές νίκες και μεγάλες ήττες, μεγάλες νίκες και μικρές ήττες σε αυτό το καμίνι που λέγεται καθημερινότητα συνέθεταν ένα μωσαϊκό άγνωστων και για τους δύο εικόνων και γεγονότων που ξετυλίγονταν σαν ένα κουβάρι μπροστά στα μάτια τους.

Κάποτε ο Α. κουβέντιαζε με μια κοινή τους φίλη πίνοντας τον καφέ τους στο κέντρο της πόλης και τους φαινόταν παράλογα κυνικό το πώς όταν είσαι με κάποιον ξέρεις τα πάντα γι’ αυτόν και τη ζωή του (ή τουλάχιστον έτσι νομίζεις) κι όταν χωρίζεις σταματάς να δέχεσαι την παραμικρή πληροφορία για εκείνον. Εντάξει, αυτό ήταν λίγο υπερβολικό. Όντας στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των social media, η πρόσβαση στην κλειδαρότρυπα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι πολύ εύκολη υπόθεση. Το σημαντικότερο: προσφέρει μια ιδιαίτερα ένοχη απόλαυση τη στιγμή που δεν αφήνει ίχνη.

Από τις αναρτήσεις της στα κοινωνικά δίκτυα είχε καταλάβει πως είχε εξελιχθεί πολύ σαν άνθρωπος τα τελευταία χρόνια. Είχε αποκτήσει νέες δεξιότητες και χόμπι, ενημερωνόταν και διάβαζε περισσότερο, έδειχνε ευαισθησία σε κοινωνικά ζητήματα σε βαθμό που του έκανε εντύπωση αφού δεν είχε δείξει τέτοια δείγματα όταν ήταν μαζί. Είχε επίσης αδυνατίσει και αλλάξει στιλ στα μαλλιά της. Όμως για κάποιον λόγο εκείνος πίστευε πως όλη αυτή η εξέλιξη ίσως αντανακλούσε μια προσπάθειά της να καλύψει το συναισθηματικό κενό μέσα της. Μετά από αυτόν δεν είχε βρει κάποιον να την κάνει να νιώσει τόσο έντονα συναισθήματα. Ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει.

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του και αποφάσισε να της ανοιχτεί. Της είπε όλα όσα είχε μέσα του. Ένιωθε απεριόριστη αγάπη και εκτίμηση για το πρόσωπό της. Τη σκεφτόταν συχνά όλον αυτό τον καιρό και ήθελε να της μιλήσει αλλά δεν έβρισκε τον χρόνο και τον τρόπο, ίσως και το νόημα σε μια τέτοια πράξη. Να της πει τι; Ίσως έχει μετανιώσει που δεν τη διεκδίκησε τότε, ακόμα κι αν δε γνώριζε αν υπήρχαν πιθανότητες να τη μεταπείσει. Όπως το σκέφτεται τώρα, το αποτέλεσμα δε θα είχε τόση σημασία για εκείνον όσο η πράξη καθ’ αυτή. Θα είχε κάνει αυτό που θεωρούσε σωστό. Κάποιος κάποτε δεν είπε πως τη συγχώρεση δε τη δίνει ο εξομολογητής αλλά η εξομολόγηση;

Αγκαλιάστηκαν και άφησαν να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, όσα ακριβώς χρειάζονταν μέχρι να ξεκινήσει η αναπαραγωγή του επόμενου τραγουδιού. Ορισμένες στιγμές εξωλεκτικής επικοινωνίας ισοδυναμούν με εκατοντάδες λέξεις, έτσι δε λένε; Όπως και το ότι η αγάπη βρίσκει πάντα τον δρόμο. Κλισέ; Έκανε αυτή τη σκέψη ακριβώς τη στιγμή που ο «Νιόνιος» διατράνωνε την ακλόνητη πεποίθησή του του πως η αγάπη είναι παντού.

Υπήρχε άραγε περίπτωση να μπορούν να είναι και πάλι μαζί αυτοί οι δύο άνθρωποι; Πόσο εύκολο είναι να καλύψεις μια τόσο μεγάλη απόσταση, χιλιομετρική αλλά κυρίως συναισθηματική σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα; Έπειτα δεν ήταν βέβαιος για το πώς νιώθει εκείνη γι’ αυτόν. Μήπως ήταν σίγουρος και για το πώς νιώθει αυτός για εκείνη; Μπερδεμένος ήταν. Όχι μόνο για τα συναισθήματά του αλλά και για την εικόνα που εξέπεμπε. Τα χρόνια που πέρασαν είχε μάλλον παραμελήσει λίγο τον εαυτό του, είχε πάρει βάρος, τα μαλλιά του είχαν αραιώσει σε μερικά σημεία. Χαζομάρες. Προσπαθούσε να αναλύσει με τη λογική του το πιο παράλογο πράγμα στον κόσμο. Τον έρωτα.

Χωρίς να το πολυκαταλάβουν η ώρα είχε πάει περασμένα μεσάνυχτα. Σε λίγο το αναπάντεχο ρεβεγιόν θα έπρεπε να ολοκληρωθεί. Αιφνιδιάζοντας ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, της πρότεινε αν ήθελε να μείνει εκεί απόψε για να μη βγαίνει στη βροχή, υπήρχε αρκετός χώρος στο σπίτι. Ένας από τους δύο θα μπορούσε να πάρει το κρεβάτι και ο άλλος να χρησιμοποιήσει τον καναπέ.

«Δε θες να κοιμηθούμε μαζί;» τον ρώτησε.

«Δεν έχω θέμα, θα θυμάσαι πως κοιμάμαι ήσυχα και δεν πιάνω πολύ χώρο» αντέτεινε εκείνος δήθεν αδιάφορα σε μια μάλλον αποτυχημένη προσπάθεια να σπάσει την αμηχανία της στιγμής.

Φιλήθηκαν με πάθος στο στόμα ενώ πήγαιναν προς το δωμάτιο. Ξαφνικά ο Α. σταμάτησε απότομα.

«Ξέρεις, δε θα ήθελα να γίνει κάτι απόψε».

Εκείνη τον κοίταξε με ένα βλέμμα που μάλλον εξέφραζε απορία, αλλά δεν ήταν 100% σίγουρος.

«Νομίζω ότι ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά όσα συζητήσαμε σήμερα και δε θα ήθελα να τα επισκιάσει οτιδήποτε άλλο. Ίσως θα ήταν καλύτερα να μας δώσουμε λίγο χρόνο ώστε να τα επεξεργαστούμε και να τα κατανοήσουμε πρώτα».

Του χαμογέλασε κουνώντας ελαφρώς το κεφάλι της σε κάτι που έμοιαζε με κατάφαση και του χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι. Ένα άγγιγμα που σίγουρα του είχε λείψει πολύ.

«Αύριο όμως θα είναι μια άλλη ημέρα» της είπε και έσβησε τα φώτα για να χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα.

***

Είχε καιρό να κοιμηθεί τόσο ανάλαφρα και να ξυπνήσει τόσο φρέσκος. Ήταν λίγα λεπτά πριν τις 09.00 όταν ξεγλίστρησε αθόρυβα κάτω από το πάπλωμα. Έκλεισε ήσυχα την πόρτα πίσω του για να μην την ξυπνήσει και κατέβηκε στην κουζίνα. Γέμισε το φίλτρο της καφετιέρας με ψιλοκομμένους κόκκους καφέ και συμπλήρωσε νερό. Πάτησε το κουμπί και μέχρι να ετοιμαστεί το αγαπημένο του ρόφημα, έκοψε μερικά κομμάτια κέικ κι έψησε δύο φέτες ψωμί του τοστ για να τις αλείψει στη συνέχεια με πραλίνα σοκολάτας. Συμπλήρωσε στο δίσκο ένα πιάτο με μελομακάρονα, φρυγανιές, κασέρι και ζαμπόν και σέρβιρε τον καφέ.

Αφού έβγαλε τον συναγερμό ξεκλείδωσε την πόρτα και είδε την εφημερίδα να τον περιμένει στην είσοδο. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη του, έπιασε το δίσκο με τα δύο του χέρια και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. Μπήκε στο δωμάτιο και μετά από λίγα δευτερόλεπτα την άκουσε να τον καλημερίζει. Ακούμπησε τον δίσκο και την εφημερίδα στην άδεια πλευρά του κρεβατιού και την φίλησε τρυφερά. Εκείνη του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο, έσκισε το σελοφάν, έβγαλε την “Vogue” και την τοποθέτησε δίπλα στο πρωινό. Σηκώθηκε και πήρε το κινητό της για να φωτογραφίσει από ψηλά το κρεβάτι που έμοιαζε πλέον περισσότερο με τραπέζι.

Με μια γρήγορη κίνηση ο Α. άνοιξε τα παντζούρια. Η μανιασμένη χθεσινή βροχή είχε δώσει τη θέση της σε έναν υπέροχο ηλιόλουστο ουρανό. Άφησε ελάχιστα ανοιχτές τις κουρτίνες ίσα ίσα για να μπαίνει λίγο φως στο χώρο. Πήγε στο σαλόνι για να πάρει το κινητό του που είχε ξεχάσει εκεί χθες το βράδυ. Ανοίγοντας το Instagram βλέπει κάτι που μάλλον δεν περίμενε εκείνη την στιγμή: μια δημοσίευση από εκείνη με φωτογραφία το πρωινό και το περιοδικό. Τον είχε κάνει tag και είχε προσθέσει μια μικρή κόκκινή καρδιά. Ένιωσε λίγο περίεργα, ευχάριστα αλλά περίεργα. Ήταν λοιπόν και πάλι μαζί; Ή τουλάχιστον του έλεγε με τον τρόπο της πως αυτή ήταν η επιθυμία της;

Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο την είδε να τον περιμένει κάτω από τα σκεπάσματα ενώ τα ρούχα της βρίσκονταν πλέον στο πάτωμα. Στο μυαλό του στριφογύριζαν τα λόγια του Μαρκ Τουέιν: «Η μόνη διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας είναι ότι η φαντασία πρέπει να είναι πιστευτή». Όλο αυτό δεν ήταν λοιπόν placebo αλλά κάτι πέρα για πέρα αληθινό. Άνοιξε με το κινητό του την εφαρμογή της μουσικής. Από την τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο ακουγόταν η φωνή του Μπράιαν Μόλκο να μιλάει για την πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής, μιας ζωής που μπορεί τελικά να συμβάδιζε με τη δική του.