Γράφει η Ξένια.

 

Ξέρω, απορείς που σου μιλάω, θέλω όμως να με ακούσεις.

Μη με κοιτάζεις ειρωνικά, εγώ δε σε κοιτάζω έτσι. Απλώς, παίζει παιχνίδια η ζωή και με πέτυχες σε περίεργη φάση· αν δεν είχα πιει ούτε που θα μου περνούσε από το μυαλό πως θα κουβεντιάζαμε εμείς οι δύο, εδώ, στην τουαλέτα αυτού του μπαρ. Να ανοίξω την καρδιά μου σε σένα, για ποιο λόγο άλλωστε; Για να με λυπηθείς; Για να το ευχαριστηθείς; Τίποτα δε θέλω από εσένα. Θέλω μόνο να σου πω δυο λόγια και μετά να συνεχίσουμε να είμαστε δυο ξένες, όπως ήμασταν και πριν.

Δε θα κλάψω, μη φοβάσαι· πάει καιρός που δεν κλαίω πια. Το πήρα απόφαση πως τον έχασα εκείνο το πρώτο βράδυ που σας είδα να περπατάτε αγκαλιά. Και δε με πείραξε αυτό, αλήθεια σου λέω. Δε με πείραξε που σ’ έσφιγγε από τη μέση, κάποτε θα το ζούσα κι αυτό. Με πείραξε που είδα τα μάτια του να γελάνε καθώς σε κοιτούσε. Κι εκεί που έλεγα πως τον είχα ξεπεράσει, τα είδα όλα να περνάνε μπροστά από τα μάτια μου σαν ταινία.

Μη φοβάσαι, δε θα προσπαθήσω να σου τον πάρω, δεν κινδυνεύεις από μένα. Μου πέρασε από το μυαλό να τον διεκδικήσω, να τον κυνηγήσω, να σου τον αρπάξω έστω για ένα βράδυ για να επιβεβαιωθώ πως ακόμα παίζω κάποιο ρόλο στη ζωή του. Και δε με σταμάτησες εσύ, δεν είμαι καμιά αγία, με σταμάτησε ο τρόπος που σε κοίταζε· ο τρόπος που με κοίταζε κι εμένα κάποια χρόνια πριν.

Γιατί κοιτάζεις κάτω; Τι σκέφτεσαι; Μην ανησυχείς, δε θα γίνει έτσι και με σας, εσύ μπορεί να είσαι πιο έξυπνη από εμένα, εσένα μπορεί να σε αγαπάει περισσότερο. Δε θα πονούσα έτσι αν δεν το πίστευα, μείνε ήσυχη. Ναι, σε ζηλεύω. Ζηλεύω που μπορείς να τον πάρεις τηλέφωνο όποτε θέλεις, που μπορείς να μυρίζεις το λαιμό του, που σου γελάει. Πονάει λιγάκι, αλλά θα περάσει. Εσύ όμως αρχίζεις εδώ που τελειώνω εγώ, οπότε η σκυτάλη είναι όλη δική σου.

Πες μου κάτι πριν φύγεις, κοιμάται ακόμη με εκείνο το ξεθωριασμένο κόκκινο μπλουζάκι; Γεμίζει ακόμα ψίχουλα το κρεβάτι του; Τσαλακώνει ακόμα τις σελίδες των βιβλίων του; Ναι, ε; Δεν είναι λίγο σπαστικό; Εσύ όμως να μην του θυμώνεις όπως του θύμωνα εγώ, εγώ ήμουν ηλίθια. Εσύ να τον αγαπάς και να τον υποστηρίζεις, γιατί είναι σαν μικρό παιδί. Σιγά τα ελαττώματα που είχε στην τελική, πάντα υπερβολική ήμουν.

Είναι ευαίσθητος, όσο κι αν το κρύβει, να το ξέρεις. Πάντα κρυφοδάκρυζε στις ρομαντικές ταινίες, κι εγώ πάντα έκανα πως δεν τον έβλεπα για να μη νιώσει άσχημα. Κι όταν μαλώναμε όλα του έφταιγαν, θύμωνε και χτυπούσε την πόρτα, και σε δέκα λεπτά το μετάνιωνε και γυρνούσε πίσω. Εκτός από την τελευταία φορά. Εκείνη τη φορά άνοιξα το στόμα μου και δεν ήξερα τι έλεγα. Χτύπησε την πόρτα, μα εγώ τζάμπα μετρούσα αντίστροφα. Δε γύρισε ποτέ, ούτε απάντησε στα τηλεφωνήματά μου.

Τον αγαπάς; Λέγε. Μα τι λέω, πως θα μπορούσες να μην τον αγαπάς; Είναι ο πιο υπέροχος άνθρωπος στον κόσμο. Αν τον αγαπάς μην τον αφήσεις να σου φύγει όπως έκανα εγώ. Ξέρεις, αυτό γίνεται με τους ανθρώπους καμιά φορά· τους δείχνεις την πόρτα για πλάκα, κι αυτοί φεύγουν στα σοβαρά. Μα γιατί κάθομαι και σου τα λέω όλα αυτά, τι μ’ έχει πιάσει; Κι εσύ γιατί κάθεσαι και με ακούς; Γιατί δε φεύγεις;

Έλα, αρκετά καθίσαμε εδώ μέσα, μας περιμένουν οι παρέες μας. Σήκω να φύγουμε και κάνε πως δεν έγινε τίποτα· δεν έγινε, έτσι κι αλλιώς. Δε θέλω να μάθει κάτι αυτός, δε θέλω να με λυπηθεί, ορκίσου το.  Κι όσον αφορά εσένα, δε θέλω ούτε τον οίκτο σου, ούτε τη συμπάθειά σου· να τον αγαπάς θέλω. Να τον αγαπάς και να τον προσέχεις, όπως τον πρόσεχα εγώ. Όπως θα τον πρόσεχα αν η ζωή μου έδινε μια ακόμα ευκαιρία.