Γράφει η Σ.Λ.

Τα χέρια σου. Δυο μικρές γροθιές που σφίγγονται. Είσαι μια μικρή ύπαρξη, μινιατούρα ανθρώπου. Mια ζαρωμένη ροζ μάζα με ακανόνιστα τοποθετημένες τουφίτσες μαλλιών στο κεφάλι σου. Δεν μπορείς να μιλήσεις και τα ματάκια σου μένουν ερμητικά κλειστά ή ανοίγουν διάπλατα για να κοιτάξουν απορημένα όσα καινούργια για σένα κι άγνωστα υπάρχουν γύρω σου. Έχεις ένα όπλο όμως. Τις γροθίτσες σου. Τα μικρά σου χεράκια που σφίγγονται για να διεκδικήσουν τ’ αυτονόητα: την τροφή σου, το μητρικό στήθος που θα σε αναστήσει, την αγκαλιά που θα σε προστατέψει. Καμιά φορά τις ξεδιπλώνεις, για ν’ αγγίξεις και να έρθεις σ’ επαφή με την ύλη αυτού του κόσμου στον οποίο ήρθες για να ζήσεις. Αγαπάω τα χέρια σου, μωράκι μου. Γιατί όταν η γροθιά σου σφίγγει το δάχτυλό μου, νιώθω την καρδιά μου να γεμίζει δάκρυα.

Τα χέρια σου. Εθνικές οδοί που οδηγούν στον κόσμο όλο. Σε χαζεύω να κρατάς τα μολύβια σου. Μαθαίνεις να γράφεις. Ζωγραφίζεις. Πλάθεις με τις πλαστελίνες σου τον κόσμο τον δικό σου. Κουπιά που σκίζουν την θάλασσα. Ακούραστοι μηχανισμοί που σου χαρίζουν κομμάτια ευτυχίας, γιατί τροφοδοτούν τις αισθήσεις σου όλες. Υψώνονται θριαμβευτικά στη νίκη της ομάδας σου, στο πρώτο σου καλάθι. Μπλέκονται νευρικά μεταξύ τους πριν το πρώτο σου διαγώνισμα. Πετάνε με μανία πέτρες στη θάλασσα, όλο και πιο μακριά, σ έναν αγώνα χωρίς νικητή. Ανακατεύουν τα χρώματα στον καμβά σου, όταν ζωγραφίζεις τον κόσμο όπως θα ‘θελες να είναι. Κρατούν ένα ποτήρι νερό για τον παππού σου. Στηρίζουν το κεφάλι σου τις δύσκολες ώρες της μελέτης. Αγκαλιάζουν τους φίλους σου. Αγγίζουν δειλά ζώνες άγνωστες ερωτογενείς, δικές σου και ξένες. Μεγαλώνεις. Αγαπώ τα χέρια σου παιδί μου. Γιατί σε βοηθούν να μεγαλώσεις. Δεν σε κρατώ απ’ αυτά τόσο συχνά πια. Δε μ’ έχεις τόση ανάγκη. Εγώ όμως περιμένω την στιγμή που θ’ ανοίξουν διάπλατα για να με πάρουν μια αγκαλιά.

Τα χέρια σου. Πόσο τα έχω ερωτευτεί! Χέρια σκληρά, δυνατά, γεμάτα φλέβες αχαρτογράφητες. Λαχταράω να βρεθώ μέσα τους. Να με σφίξουν με την αντρική ορμή τους. Χέρια δουλεμένα, μετρημένα. Χέρια πεινασμένα για έρωτα. Που θέλουν να ταξιδέψουν το κορμί μου, να το καθοδηγήσουν, να το τελειώσουν. Χέρια που αναζητούν τα δικά μου. Για να ενωθούν μαζί τους, για να πάρουν και να δώσουν ενέργεια, φωτιά, ηδονή. Αγαπώ τα χέρια σου, έρωτά μου. Γιατί με παρασέρνουν σ’ αυτό το ταξίδι που δεν έχει επιστροφή. Και που δεν με νοιάζει αν είχε.

Τα χέρια σου. Ώριμα. Σίγουρα. Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια; Αυτά σοβαρά, ακούραστα, συνεχίζουν να χαράζουν την καθημερινότητά μας. Τα παρατηρώ να δένουν κάθε πρωί τη γραβάτα στο λαιμό σου για να πας στη δουλειά. Και κάθε απόγευμα να κάνουν το ίδιο με τ’ αθλητικά σου, πριν γίνεις ξανά παιδί παίζοντας μπάλα. Τα παρατηρώ να κρατούν αυτό το μικρό πλάσμα που μας μοιάζει. Να το καθησυχάζουν τα βράδια που δεν μπορεί να κοιμηθεί. Να το βεβαιώνουν ότι δε θα πέσει από το ποδήλατο που τώρα μαθαίνει. Τα θαυμάζω να διευθετούν με επιδεξιότητα και ακρίβεια κάθε εκκρεμότητα πάνω στο γραφείο σου. Και στο τέλος της μέρας, που σηματοδοτεί την αρχή της δικής μας νύχτας, τα περιμένω ν’ αγγίξουν τη μέση μου. Μ’ αυτό το άγγιγμα το γνώριμο, το γεμάτο αγάπη. Το γεμάτο πόθο και υποσχέσεις ότι θα μας βρει και η αρχή της μέρας μαζί.

Τα χέρια σου. Είναι ακόμα εκεί. Πιο αδύναμα και πιο κουρασμένα. Όχι τόσο ελαστικά όσο κάποτε, όμως όμορφα και γοητευτικά. Τα παρατηρώ που τρέμουν λίγο όταν σηκώνεις την κούπα σου να πιεις τον καφέ σου. Τα παρατηρώ όταν κρατούν το τσιγάρο σου. Γελάω κρυφά όταν τα βλέπω να χορεύουν πάνω στο πληκτρολόγιο, προσπαθώντας να σου αποκαλύψουν τα μυστικά και αυτού του κόσμου. Και συγκινούμαι όταν τα βλέπω να κρατούν τρυφερά το χέρι της μητέρας μου κάθε βράδυ που βλέπετε μαζί τηλεόραση. Όταν με παίρνουν αγκαλιά κάθε φορά που με βλέπεις και γι’ αυτό νιώθω πάλι μικρό παιδί. Για όλες τις φορές που με φρόντισαν, για όλες τις φορές που με παίδεψαν στα μαθηματικά. Για όλες τις φορές που με μάλωσαν και για όλες εκείνες που με έσπρωξαν να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Γι’ αυτό αγαπώ τα χέρια σου, πατέρα μου.

Τα χέρια σου. Έχουν αλλάξει πια πολύ. Σου αποκαλύπτουν τολμηρά όσα τα σημάδεψαν και μαζί σημάδεψαν και τη ζωή σου. Τώρα πια ακουμπούν αδρανή εκατέρωθεν του κορμού σου. Το βλέμμα μου μένει καρφωμένο πάνω τους. Σιωπούν τόσο δυνατά. Φλέβες, μικρές ελίτσες, ρυτίδες πολλές. Σημάδια που ο χρόνος άφησε πάνω τους για να μην ξεχάσεις. Και για να μην ξεχάσω κι εγώ κοιτώντας τα. Σημάδια από τρυπήματα. Ξένοι εισβολείς οι βελόνες που προσπαθούν να σε ανακουφίσουν. Και τα χέρια σου αντέχουν ακόμα. Σαλεύουν ασυναίσθητα ενώ κοιμάσαι. Και ξαφνικά σφίγγουν δυνατά το σεντόνι, γίνονται για μια στιγμή εκείνες οι μικρές, πεισματάρικες γροθίτσες. Μα δεν ξανανοίγουν ποτέ πια. Εγκλωβίζουν το λευκό ύφασμα νομίζοντας για πάντα, για να σε κάνουν να φύγεις όπως ήρθες. Τα κρατώ σφιχτά μα δεν αντιδρούν. Τα φιλώ γλυκά. Χέρια που κουβαλούν μια ζωή και τώρα ξεκουράζονται σταυρωτά στο στήθος σου. Σε λίγο δεν θα υπάρχουν πια. Θα χαθούν μαζί σου για πάντα. Αγαπώ τα χέρια σου παππού μου, γιατί έχουν υπάρξει τα πάντα. Τα χέρια του μωρού, του παιδιού, του έρωτα, του άντρα, τα δικά σου.

 

Επιμέλεια κειμένου: Ελευθερία Παπασάββα.